test DISSIPATIO H.G.
Menu
Your Cart

DISSIPATIO H.G.

DISSIPATIO H.G.
-10 %
DISSIPATIO H.G.
Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

Μυθιστόρημα, 187 σσ.:
295γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2023
ISBN 978-618-86331-5-5
16,83€
18,70€
Χωρίς ΦΠΑ: 16,83€

«Γραμμένο λίγους μήνες πριν από τον τραγικό χαμό του, το Dissipatio H.G. (Humani Generis) είναι το πιο προσωπικό, μύχιο μυθιστόρημα του Μορσέλι. Φέρνει στον νου μια εξομολόγηση που ισοδυναμεί με συνειδητή χειρονομία αποχαιρετισμού. Ένας άνδρας υποχόνδριος, ανθρωποφοβικός, αποφασίζει να πνιγεί σε μια λιμνούλα στη σπηλιά του βουνού. Την τελευταία στιγμή αλλάζει γνώμη και γυρίζει πίσω. Το ανθρώπινο είδος, ακριβώς σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα, εξαφανίστηκε, εξατμίστηκε. Παραδόξως, η ανθρωπότητα εκπροσωπείται τώρα από ένα άτομο που ετοιμαζόταν να την εγκαταλείψει. Με φόντο την απόλυτη μοναξιά και τη σιωπή που διακόπτεται μονάχα από ήχους ζώων ή το βουητό των μηχανών που συνεχίζουν να λειτουργούν, ο πρωταγωνιστής ψάχνει για κάποιον άλλο επιζώντα. Μια ανήκουστη συλλογική τουριστική μετανάστευση ή μήπως η ανθρωπότητα ‘‘αγγελοποιήθηκε μαζικά’’; Ο Μορσέλι μάς μεταφέρει με αξιοθαύμαστη οξύνοια όλες τις αντιδράσεις του επιζώντος, που κυμαίνονται από μια δυσοίωνη ειρωνεία, σχεδόν ευφορία, ως τη ‘‘σολιψιστική υπεροψία’’. Στους έρημους δρόμους της Χρυσούπολης (σαφώς η Ζυρίχη) που καλύπτονται πλέον από ένα ελαφρύ στρώμα κοπριάς, ξεπροβάλλουν, άξαφνα, νεραγκούλες και ραδίκια και ο τελευταίος άνθρωπος, που ήδη ήταν τελείως μόνος ανάμεσα στους ανθρώπους, κάθεται και περιμένει. Ο μοναδικός επιζών είναι ένας εκλεκτός ή, ακριβώς αυτός, ο κολασμένος;» Ρομπέρτο Καλάσο 

   

Το μυθιστόρημα Dissipatio H.G., του Γκουίντο Μορσέλι, εκδόθηκε με την οικονομική στήριξη του Υπουργείου Εξωτερικών και Διεθνούς Συνεργασίας της Ιταλίας.



Παναγιώτης Τσιαμούρας, Η εξάχνωση ενός αλαζονικού –όχι τόσο σοφού– είδους, “The Books' Journal”, Νοέμβριος 2023

[...] Όσο και αν το «Dissipatio H.G.» έχει σκοτεινά σημεία, παρελκυστικές διαδρομές, παιχνίδια του νου και παγίδες, που μας ωθούν να σκάψουμε εντός μας –και ίσως για τον λόγο αυτόν ο ανυποψίαστος αναγνώστης τρομάξει και το θεωρήσει υπερβολικά εγκεφαλικό– ο πιο προετοιμασμένος από τις πρώτες κιόλας σελίδες παρασύρεται από την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα. Υπάρχει κάτι το έντονα κινηματογραφικό στο έργο του Μορσέλι, όσο και αν δημιουργείται η εντύπωση πως του λείπει η εξωτερική πλοκή. Εδώ έχουμε να κάνουμε πρωτίστως με μία αναζήτηση βαθιά ψυχολογική και φιλοσοφική.


Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, Μια τηλεπαθητική συντέλεια, “Η Καθημερινή, Τέχνες & Γράμματα”, 15.10.2023

Άδειο και ασφυκτικά γεμάτο. Ήσυχο και μαζί θορυβώδες. Κάτι παγωμένο, αιμάτινο, το κλίμα στο μυθιστόρημα του Μορσέλι. 


Άγης Αθανασιάδης, Dissipatio H.G., “librofilo.blogspot.com”, 31.08.2023

Τι έγιναν οι άνθρωποι; Που πήγαν; «Εξαερώθηκαν»; Στα πολυτελή και έρημα πλέον ξενο&
      Αναζητώ μερικές χιλιάδες εξαφανισμένους. Τους κατοίκους της κοιλάδας μου, κι εδώ βρίσκω τη μεγάλη έξοδο, τη μαζική λιποταξία. Ένα (αδιανόητο) γεγονός εδώ επίσης αιφνιδίασε τον κόσμο στον ύπνο: η νυχτερινή διακοπή της συλλογικής ζωής απλώς παρατάθηκε, παρατάθηκε απροσδιόριστα. Γιατί, αν εγώ εξακολουθώ να τους φαντάζομαι ως φυγάδες, στην πραγματικότητα αυτοί δεν έφυγαν, όπως οι άνθρωποι στην Πομπηία. Ούτε έγιναν στάχτη, όπως εκείνοι στη Χιροσίμα. Έφυγαν με άλλο τρόπο. Τους άρπαξαν. Τους τράβηξαν, τους έβγαλαν από τα σπίτια τους και από διάφορα μέρη. Από τα σώματά τους ίσως.
      Όχι. Από τα σώματά τους, μάλλον όχι. Κάτω από την ψιχάλα του Ιουνίου, δεν υπάρχει ίχνος σωμάτων στη Χρυσούπολη. Παραμένουν όσα, παρότι υλικά, δεν ήταν οργανικά. Η ελάχιστη βρομιά των δρόμων, τα χρησιμοποιημένα εισιτήρια του σινεμά, τα άδεια κουτιά τσιγάρων. παραμένουν οι επιγραφές νέον (είναι αναμμένες), οι πίδακες νερού των σιντριβανιών, τα αυτοκίνητα, σε σειρά κάτω από τα κτίρια, στις λεωφόρους του πάρκου. Η Πόλη του Χρυσού είναι ανέπαφη. Οι δραπέτες (ή οι δυνάμεις που τους ανάγκασαν να δραπετεύσουν) δεν πήραν τίποτα μαζί τους. Δεν υπέστησαν βιαιότητες τα τραπεζάκια έξω από το Café Odeon, ούτε η Γιούγκενστιλ πρόσοψή του. Οι τζαμαρίες, πίσω από τις οποίες πριν από μια χιλιετία είχαν καθίσει ο Τρότσκι με τη γυναίκα του κι ο Λένιν.
      Παραμένουν επίσης όσα είναι οργανικά κι έμβια, αλλά όχι ανθρώπινα. Οι γεωμετρικά φυτεμένες τουλίπες μπροστά από το Hôtel Esplanade, οι ακακίες που λυγίζουν από το βάρος των λουλουδιών. Το διάσημο γιασεμί ή ρυγχόσπερμα που κυλάει από την κεντρικότατη βίλα του βαρόνου Άαρον. Τα κοράκια στο αέτωμα του Εθνικού Θεάτρου, οι ορδές γατιών στα σκαλοπάτια των τραπεζών Crédit Financier και Diskonto.
      Τα γατιά κυνηγιούνται στις βάσεις των μνημείων της κεντροευρωπαϊκής –μάλλον ηπειρωτικής– Οικονομίας. Κάνουν έρωτα, ουρλιάζουν διεστραμμένα. Δεν υπάρχουν μόνο τα γατιά. Μπροστά στις καγκελόπορτες της εκπληκτικής Τραπεζικής Ένωσης –την εποχή μου κάποιος έλεγε ότι ήταν από πολύτιμο μέταλλο– παρατήρησα λεκέδες από κουτσουλιές, νόμιζα ότι επρόκειτο για περιστέρια. Ήταν μια κότα. Ράμφιζε έναν σωρό από μουσκεμένα φύλλα και παραδέχομαι πως η εικόνα της είχε πάνω μου μια τραυματική επίδραση. Μια κότα. Λιγότερο θα με εντυπωσίαζε αν τα άλογα της Αποκάλυψης θα αναπηδούσαν σ’ εκείνη την άσφαλτο.
      Και τώρα, ο δρόμος της επιστροφής. Τρομαγμένος πατούσα το γκάζι, εγώ, ο άσχετος με την οδήγηση. Σε σαράντα χιλιόμετρα πεδιάδα, τα αυτοκίνητα που έχουν βγει από τον δρόμο δεν είναι πάνω από καμιά δεκαριά. Σταματώ στο σημείο όπου ερχόμενος είχα δει ένα ανοιχτό πούλμαν που είχε συντριβεί στο τσιμεντένιο τοιχίο του δρόμου. Η μηχανή είναι παραμορφωμένη, με τα τζάμια και τα καθίσματα κομμάτια, αλλά δεν υπάρχει ίχνος τραυματισμού των επιβατών. Και παρουσιάζεται η παράλογη σκέψη: εκεί μέσα δεν υπήρχε ούτε ένας επιβάτης, μήτε καν οδηγός, όταν συνετρίβη το πούλμαν. «Πρώτα» ήταν τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα που αφαιρούσαν τη ζωή: εκείνη τη στιγμή η αφαίρεση της ζωής (η απόσπαση, η εξαφάνισή της) ήταν που προκαλούσε το δυστύχημα. Το θύμα είναι το αυτοκίνητο, μόνο αυτό. Πιο πέρα, σε ένα λιβάδι, ένα φορτηγάκι των Ταχυδρομείων με τις ρόδες ανάποδα, από τις πόρτες είχαν πέσει κάτι σάκοι: «Συστημένα». Δίπλα στη θέση του οδηγού, ένα ντουφέκι. ένας χωροφύλακας συνόδευε το φορτηγάκι. Εξαφανισμένος κι αυτός, αλλά τα συστημένα, σκορπισμένα στο χορτάρι, δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο. Στο ίδιο λιβάδι στέκεται όρθια και σταματημένη μια λοκομοτίβα που βγήκε από τις γραμμές του σιδηροδρόμου, οι γραμμές του οποίου τρέχουν παράλληλα με την άσφαλτο. Τα υπόλοιπα βαγόνια είναι πάνω στις ράγες. Θυμήθηκα πως, όταν ήμουν μικρός, οι αγρότες σ’ εκείνα τα μέρη αποκαλούσαν τα σιδηροδρομικά βαγόνια «γκρίζες αγελάδες». Τώρα, οι «γκρίζες αγελάδες» βόσκουν ήρεμες, τα κιλοβάτ, όπως η ιπποδύναμη, επανέρχονται στη φύση. Ελευθέρας βοσκής.
      Αισθανόμουν αμυδρά πως τίποτα σ’ αυτόν τον κόσμο δεν μπορούσε πια να έλθει εις πέρας, να προσεγγίσει την ολοκλήρωση και την τελειότητά του. Η αγριάδα των πραγμάτων έβαινε και αυτή προς εξάντληση. Έτσι γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα του ατελούς όλων των φαινομένων, ακόμη και των υπερφυσικών.
      Σε έναν εσωτερικό διάλογο που, καθώς πιστεύω, τελειωμό δεν είχε, μερικές φορές αψηφούσα τις δυνάμεις του κακού που οργίαζαν γύρω μου, όπως, κάποιες άλλες φορές, τις κολάκευα απαίσια. Εκτελούσα ορισμένες παράξενες, πλην όμως όχι άσκοπες τελετουργίες. Εάν, λόγου χάριν, έβγαινα από το σπίτι και, από άλλους δρόμους, επέστρεφα πάντα στα ίχνη μου ήταν για να μη χαράξω με το διάβα μου έναν κύκλο που θα περιέκλειε εντός του σπίτια και δέντρα. Απ’ αυτή τη σκοπιά ιδωμένος, ο περίπατός μου έμοιαζε με ένα νήμα το οποίο, άπαξ ξετυλιγμένο, έπρεπε να το μαζέψω και πάλι σε κουβάρι, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή· διαφορετικά, τα αντικείμενα πιασμένα στα βρόχια των βημάτων μου θα παρέμεναν εσαεί και ανεπανόρθωτα δεμένα μαζί μου. Εάν πάλι, όταν έβρεχε, απέφευγα να ακουμπήσω τα πετραδάκια που παρέσυρε ο ρους του νερού ήταν για να μην παρέμβω καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη δράση αλλά και στην άσκηση των στοιχειωδών δυνάμεών του.
      Μετά, η πεδιάδα τελειώνει, τα βουνά ξανακλείνουν γύρω μου. Στροφή τη στροφή, ανεβαίνω στο βασίλειο από τις βελανιδιές, τις οξιές και τις καστανιές με τους πελώριους θόλους, ώσπου με υποδέχεται το λυγερό γενεαλογικό δέντρο, οι κορφές του οποίου χάνονται μες στην ομίχλη. Η μοναδική, και μάλιστα η αληθινή οικο- γένειά μου, τις χαιρετούσα στις επιστροφές μου. για μια στιγμή με κατακλύζει, όπως σε κάθε επιστροφή, μια απόλαυση στους πνεύμονες και στο αίμα, ένα οργανικό συναίσθημα. Η πατρίδα: τα σπίτια από μαύρο ξύλο, τα κόκκινα παντζούρια με το λευκό πλαίσιο, η ατμόσφαιρα της βραδιάς που αναζωογονεί κι ευωδιάζει. Η κοιλάδα μου όμως, στην οποία κατευθύνομαι πάλι, είναι έρημη, τα σπίτια δεν έχουν φώτα. Μπορώ να σβήσω και τα φώτα του αυτοκινήτου, δεν θα συναντήσω κανέναν, κανείς δεν χρειάζεται να παραμερίσει. Δεν θα δω ούτε ένα πρόσωπο, δεν θα ακούσω ούτε μια φωνή.
      Και μου φαίνεται άδικο και άσχημο. Στην πόλη ήμουν θεατής, εδώ πρέπει να ζήσω.
      Πού έφυγαν. Γιατί έφυγαν.
Ετικέτες: DISSIPATIO , H.G. , Βιβλία