Νουβέλα, 63σσ.:
114γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2024
ISBN 978-618-5855-02-4
Ο Χ.Π. επιστρέφει με το τρένο για λίγες μέρες στον τόπο όπου γεννήθηκε, μια μεθοριακή πόλη στη Βόρεια Ελλάδα, με σκοπό να πουλήσει το πατρικό του σπίτι. Με ένα ντοσιέ γεμάτο έγγραφα περιπλανιέται στους δρόμους αναζητώντας ένα συμβολαιογραφείο και μια πόλη που πιθανότατα δεν υπάρχουν πια. Με μάτια κατακόκκινα και φωνή βραχνή, φλυαρεί ακατάπαυστα και βιαστικά, μονολογεί, συνομιλεί με αγνώστους, αλλά και όσους δεν χάνουν ευκαιρία να τον κρίνουν, να τον ειρωνευτούν και να τον καταδικάσουν. Ο Χ.Π., μια ανυπεράσπιστη φιγούρα, κωμική και τραγική ταυτόχρονα, με έναν μαγικό τρόπο διαχέεται μέσα στην πόλη, φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν, χώνει παντού τη μύτη του, προκαλεί και προκαλείται, γίνεται θέμα συζήτησης. Ανάμεσα σε κενά μνήμης, λιποθυμικά επεισόδια, μπόλικη συνειδησιακή σύγχυση και γκροτέσκα συμβάντα, η αφήγηση «παρακολουθεί» ασθματικά την τεθλασμένη, αβέβαιη πορεία του πρωταγωνιστή. Ένα ταξίδι πέρασμα ή έξοδος απ’ την Αχερουσία της μνήμης, μια περιπέτεια υπαρξιακής αγωνίας σε μια πόλη-φάντασμα της δεκαετίας του ’80.
Χρύσα Φάντη, Στην Αχερουσία της μνήμης, “Αυγή, 22.06.2025
Στη νουβέλα της Παναγιωτοπούλου, σε μια πόλη όπου οι άνθρωποι περιφέρονται σαν σκιές,
αποκομμένοι από κάθε προσωπική σύνδεση, αυτή η χαοτική χωροχρονική μετατόπιση ─αποτέλεσμα κάποιας ανομολόγητης απώλειας─ προβάλλεται μέσ’ από αναπάντεχες λεκτικές, εικονοποιητικές και νοηματικές συνάψεις
Κανένα συναίσθημα δεν πλατειάζει, ενόσω αφόρητη,
τρομώδης ένταση δονεί τις σελίδες. Το παράλογο μεταπλάθεται σε εκβλάστηση της αληθινής ζωής. Η πόλη, από την άλλη, μετουσιώνεται ανεπαίσθητα, σαν σε ένα βραδυφλεγές θρίλερ, σε πλουτώνια πολιτεία. Εν ολίγοις, ένα συναρπαστικό βιβλίο
Ολιγοσέλιδη, η νουβέλα της πρωτοεμφανιζόμενης Παναγιωτοπούλου διαθέτει μια γοητεία...
Το όλον μοιάζει με αρχιτεκτόνημα που εξωτερικά δείχνει παγωμένο και κατασκευασμένο,
ενώ στο εσωτερικό υπάρχουν κάποιες φλέβες που υπό συνθήκες θα μπορούσαν να έχουν περισσότερη ποσότητα «αίματος». Το μνημονικό παιχνίδι, ένας από τους πυλώνες της νουβέλας,
κάτι σαν απομάκρυνση από τις ενθυμήσεις μιας ζωής, άλλοτε οδηγείται ορθά κι άλλοτε δείχνει να τρέμει μπρος στο βάρος της τεχνικής κατασκευής. Συνολικά, έχουμε ένα κείμενο εσωστρεφές,
γλωσσοκεντρικό και ενίοτε αλληγορικό.
Στο Sha la la της Δήμητρας Παναγιωτοπούλου,
σε μια πόλη όπου αυτά που συμβαίνουν παρουσιάζονται ως θραύσματα μιας αποσυνθεμένης πραγματικότητας, τα αντικείμενα και οι άνθρωποι
λειτουργούν περισσότερο ως συμβολικές παρουσίες παρά ως πραγματικές οντότητες. Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο έργο, με κεντρικό ήρωα
έναν αδύναμο και πολύπλοκο χαρακτήρα ο οποίος, επιστρέφοντας στη γενέθλια πόλη του –μια πόλη-φάντασμα, κάπου στη Βόρεια Ελλάδα της
δεκαετίας του ’80–, βιώνει τις προκλήσεις μιας αλλόκοτης καθημερινότητας.
S h a l a l a
Ένα πέσιμο δεν είναι βέβαια κάτι τραγικό, αλλά να προσγειώνεται κανείς σ’ αυτή την πόλη με το κεφάλι μισό μέτρο
πάνω από το κράσπεδο και με τα χέρια ανοιγμένα σαν φτερά πουλιού δεν είναι και το πιο συνηθισμένο. Το λεωφορείο [κοε 2368] φρέναρε απότομα κι αυτός σχεδόν κουτρουβαλιάστηκε, γιατί βιαζόταν μάλλον
να κατέβει, ή παραπάτησε ακούγοντας το κινητό να κουδουνίζει φρενιασμένα μ’ εκείνον τον αυτοσχεδιασμό πνευστών, άρα ήταν ο Αργύρης απ’ το μαγαζί. Αυτός ήταν και του ’λεγε για κάποια γραμματέα
συμβολαιογράφου που δεν μπορούσε να τον βρει. Γιατί δεν το σηκώνεις, ρε; του είπε ο Αργύρης και ότι πήρε μια γραμματέας και ρωτούσε αν έχει φορολογική ενημερότητα και τρίχες κατσαρές, αυτό είπε ο
Αργύρης και τρίχες κατσαρές. Όκεϊ για το σπίτι, του είπε, βρέθηκε και αγοραστής, όλα καλά, αλλά χρειάζεται φορολογική ενημερότητα και κάτι άλλο που το ξέχασε. Εντάξει, θα το δω είπε αυτός και το έκλεισε,
γιατί είχε μπροστά του το λασπωμένο πεζοδρόμιο κι όλο το καυσαέριο από τις εξατμίσεις των λεωφορείων μαζί με σκόνη που του έφερνε δύσπνοια και την επιθυμία να βήξει, αλλά συγχρόνως ένιωθε λαγωνικό
που μύριζε τις πιθανές προοπτικές που ανοίγονταν μπροστά του. Μα δεν μπορείτε να μείνετε σ’ αυτήν τη στάση για πολύ του είπε ο οδηγός στα κτελ [ε.ν 1974-, Πτυχιούχος τεφαα], που είχε μακρόστενο κεφάλι και
μακριά μαλλιά, κι αλήθεια δεν θα μπορούσε να μείνει έτσι για πολύ, με το κεφάλι προς τα κάτω και με τα χέρια ανοιχτά, αλλά, αφού έσωσε τα γυαλιά στο τελευταίο δευτερόλεπτο πριν γίνουν θρύψαλα απ’ τα ποδοπατήματα,
δεν πρόσεξα το πεζοδρόμιο είπε και μετά τι ώρα είναι; ρώτησε κι είδε τον οδηγό που έστρεψε το κεφάλι του στον ουρανό. Θα ’ναι, δεν θα ’ναι πέντε ή πέντε και μισή του απάντησε κοιτάζοντάς τον έντονα στα μάτια και
μετά τέντωσε το αυτί του μάλλον για να συλλάβει το αλύχτισμα που έβγαινε απ’ αυτόν χάθηκα, άνθρωπέ μου, πού βρίσκεται το πάρκο με τα φυλακισμένα ζώα; Ήθελε να πει. Αλλά, όχι, σκέφτηκε μετά, πώς γίνεται κανείς να
έχει μέσα του έναν σκελετωμένο σκύλο που αλυχτάει; Πηγαίνω προς το κέντρο του είπε τότε δυνατά κάνοντας τη φωνή του πιο τραχιά για να αποκτήσει όγκο και συμπλήρωσε έχω ένα ραντεβού, λες κι έπρεπε να απολογηθεί.
Η αντικερί-το φαστφουντάδικο-το φαρμακείο με τις ανατομικές παντόφλες-η καφετέρια «Χρυσό Κοκόρι»-ένα-δυό καταστήματα νέας κοπής-πρώτο τυφλό σοκάκι-τα ψιλικά του Πόντιου-το μισογκρεμισμένο σπίτι που δεν υπάρχει πια-τρίτο τυφλό
σοκάκι-συκιά στην καμινάδα μονοκατοικίας-το οικόπεδο με τα μαρούλια-σπίτι που μοιάζει να ’ναι μόνο του-άλλο τυφλό σοκάκι-διαμερίσματα για φοιτητές μουρμούραγε ο οδηγός χωρίς ανάσα απλώνοντας το χέρι του μπροστά και δείχνοντας
όλη αυτή την ώρα με το δάχτυλο, ενώ συγχρόνως βάδιζε σ’ εκείνη την κατεύθυνση που έδειχνε, κι όταν πια πλησίασε σ’ ένα παγκάκι δίπλα στα ταξί έβγαλε από μια χαρτοσακούλα ένα μανταρίνι κι άρχισε να το ξεφλουδίζει.
Και μήπως ξέρετε κάπου φτηνά να φάει κανείς; Ρώτησε τότε αυτός έναν άλλο τύπο [κ.λ. 1961-, Περιπτεράς] παρακάτω, που έμοιαζε με καθαριστή σε ουρητήρια, αλλά εκείνος γύρισε και τον κοίταξε καχύποπτα το κοντινότερο
πτωχοκομείο είναι δέκα λεπτά με τα πόδια, στο πάρκο με τα φυλακισμένα σκυλιά, του είπε, αλλά υπάρχουν και οι αίθουσες του δήμου, τα καπη και τα δημόσια κρατητήρια, όπου σερβίρουν το κατιτίς τους αν δείχνεις πολύ πεινασμένος.
Ίσως κάτι βρόμικο στου τριάντ αστέρ στην πλατεία, είπε αυτός, ο χοντρός με τα τέσσερα παιδιά, ντε! αλλά ο τύπος τον ξανακοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Θα σου ’δειχνα την πόλη, του απάντησε, αλλά ψάχνω τη γάτα μου, το ’σκασε η καριόλα.
Χωρίς να ξέρει γιατί, σκέφτηκε τη Γωγώ, που της είχε ποστάρει πριν από μέρες εκείνη την κουνημένη φωτό με ηλιοβασίλεμα από νησί, αλλά Όχι απάντησε αυτή, ήθελε μια καρτ ποστάλ με ηλιοβασίλεμα. Δεν βρίσκεις πια κάρτες στην πόλη,
του είχε πει κλαψιάρικα απ’ το τηλέφωνο και μετά η αρκουδίτσα έχει πέσει σε χειμέριο ύπνο του είχε γράψει σ’ ένα άλλο μήνυμα και δεν ξαναέδωσε σημάδι για πολύ καιρό κι έπειτα εκείνο εκεί το τηλεφώνημα Έλα! μέσα στ’ άγρια μεσάνυχτα.
Καλά, θα έρθω, της είχε γράψει, αλλά έχω κάτι τραβήγματα, το πατρικό μου, το ’βγαλα στο σφυρί και από κάτω έβαλε μια φωτό με μια καφέ αρκούδα απ’ τη Ροδόπη. Τώρα το στόμα του ήταν στεγνό, πεινούσε και μπήκε σ’ ένα μίνι μάρκετ.
Θέλω αλμυρά μπισκότα και νερό είπε σχεδόν ξεψυχισμένα στη μικρή [β.τ. 2005-, Μαθήτρια 1ου Λυκείου] πίσω απ’ το ταμείο, αλλά εκείνη δεν τον άκουσε. Για όνομα, έχει γεμίσει η πόλη μπακάλικα, συνέχισε πιο δυνατά, αλλά η μικρή έβαζε
στη σειρά τις σοκολάτες, κι όταν αυτός έκανε πως ζαλίζεται, τότε η μικρή τού έδειξε ένα διστακτικό χαμόγελο μ’ ένα λακκάκι στο αριστερό μάγουλο που ήθελε να το πιάσει με το δάχτυλο, αλλά προτίμησε να πάρει τα μπισκότα και να φύγει.
Και πού σε πάω, κύριος; τον ρώτησε ο ταξιτζής [θ.ι., 1966-, Αυτοκινητιστής], που οδηγούσε νευρικά και κάθε λίγο γύριζε και του έριχνε φαρμακερές ματιές. Του ’δωσα γραμμένη τη διεύθυνση για το ξενοδοχείο, αλλά είχα και την αίσθηση πως
έριχνα κάλπικο κέρμα στο ντέφι του αρκουδιάρη, έλεγε αργότερα, και όταν τον είδε ότι χώθηκε σε κάτι θεοσκότεινα στενά με γύφτικες παράγκες Να που χαθήκαμε του φώναξε αυθόρμητα, γιατί τα ήξερε τα μέρη από παλιά, δεν άλλαξαν καθόλου από
τότε: ένας χαμός από πολύχρωμα κοτέτσια και μαντρότοιχους κι ένας λαβύρινθος από στενά δρομάκια, που αν ήσουν τυχερός σε έβγαζαν σε χωματόδρομους δίπλα από τη βιομηχανική. Μήπως χαθήκαμε; ξαναρώτησε, αλλά ο ταξιτζής δεν έδωσε καμία σημασία,
λες και ήταν μόνος στο ταξί, πάτησε φρένο απότομα, κατέβηκε και άρχισε να κατουράει σ’ έναν τοίχο. Μήπως δεν με άκουσε, σκέφτηκε τότε, μήπως δεν του μίλησα αρκετά δυνατά, μήπως είναι λιγάκι κουφός; Κι όταν γύρισε Άντε να φεύγουμε του έμπηξε
μια τσιρίδα, που τρόμαξε κι ο ίδιος, αλλά εκείνος δεν ταράχτηκε, μόνο τον κοίταξε για μια στιγμή λοξά απ’ τον καθρέφτη, σαν να τον θυμήθηκε ξαφνικά, κι έστριψε στο στενό γκαζώνοντας. Όταν πια βγήκαν στη βιομηχανική, στις παρυφές της πόλης,
χαλάρωσε κάπως και στο πρώτο φανάρι πλήρωσε και κατέβηκε. Σαν να έριχνα το κέρμα στο ντέφι του αρκουδιάρη, έλεγε πιο μετά καθώς μιλούσε για τα κόλπα αυτού του αετονύχη. Έπειτα χώθηκε σ’ ένα στενό με χωματόδρομο, αλλά έβλεπε τριγύρω μονάχα
ράκη από κτίσματα που κάποτε ήταν εργοστάσια, τζάμια σπασμένα που έχασκαν μες στην ομίχλη, παρατημένα λάστιχα αυτοκινήτων. Τότε έβγαλε το κινητό και τράβηξε δυο-τρεις φωτό: δυο μηχανάκια σαραβαλιασμένα καβάλα το ένα πάνω στο άλλο,
ένα λιπόσαρκο σκυλί και δίπλα του έναν πιτσιρικά που έκοβε βόλτες τρώγοντας μια σοκολάτα, μάλλον περίμενε τη μάνα του, που θα ’χε πάει για δουλειά εκεί πιο κάτω. Περπάτησε για λίγο έτσι στα χαμένα, αλλά ένιωθε τα πόδια του βαριά και
τα παπούτσια ασήκωτα, ίσως γιατί είχε χωθεί σ’ εκείνον τον λασπόδρομο και τα παπούτσια κόλλαγαν στον βούρκο κι ούτε που το κατάλαβε πώς βρέθηκε να κάθεται φαρδύς πλατύς στη γούρνα, με πέντε πιτσιρίκια πάνω απ’ το κεφάλι του να παίζουν
μπάσκετ με μια τζούφια μπάλα και να τον πιτσιλίζουν μέσα στα λασπόνερα. Δώσει τσιγάρο, μπάρμπα του είχε πει κλαψιάρικα ένα μυξιάρικο επτάχρονο κάνοντας με τα δάχτυλα χειρονομία καπνίσματος και άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του με θράσος,
ενώ τα άλλα τέσσερα τον έσπρωχναν να σηκωθεί, κι όταν τον σήκωσαν, τον έφεραν σ’ ένα χαμόσπιτο με λαμαρίνες και ετοιμόρροπα δοκάρια, που μάλλον ήταν πλυσταριό, γιατί μια μισόγυμνη τσιγγάνα έσκυβε πάνω από την αλουμινένια σκάφη, ενώ τα
στήθη της πλατσούριζαν μες στα νερά της σαπουνάδας κι η κίνησή της πάνω-κάτω άφηνε να φανούν κατά στιγμές σκουρόχρωμες χοντροκομμένες ρώγες με συννεφάκια από άσπρο αφρό. Τινάχτηκε σαν ελατήριο και, δίνοντας μια σπρωξιά στα πιτσιρίκια που
είχαν κολλήσει πάνω του, άνοιξε δρόμο για να βγει και βρέθηκε σε μια αλάνα γεμάτη παλιοσίδερα και διάφορους σωρούς από σκουπίδια. Marlboro Marlboro του φώναζαν οι πιτσιρίκοι που σφύριζαν δαιμονισμένα κι έλεγαν κάτι λόγια στα τσιγγάνικα,
ενώ αυτός πρόλαβε να κρυφτεί σ’ ένα κουβούκλιο από τρακτέρ, που ήταν παρατημένο δίπλα στα παλιοσίδερα, και τότε μόνο ένιωσε πόσο είχε ταραχτεί. Γιατί πολύ ταράχτηκα, έλεγε αργότερα, με τάραξε πολύ η ξαφνική επίθεση των πιτσιρίκων και ότι
άρχισε να κλαίει νευρικά, γιατί τον τάραζε η σκέψη πως ήταν ολομόναχος και πως κανείς δεν θα νοιαζόταν αν τα τίναζε σε τούτη την αλάνα με τα παλιοσίδερα. Και ίσως αυτό να ήταν που με κράτησε, έλεγε αργότερα, να μείνω εδώ, στον τόπο όπου
γεννήθηκα, μετά από τόσα χρόνια περιπλάνησης, να πιάσω το σπασμένο νήμα στα πενήντα μου κι όχι το σπίτι των γονιών μου, που μάλλον θα γκρεμίστηκε και δεν υπάρχει δυνατότητα να πουληθεί ένα ερειπωμένο σπίτι με τόσα άχρηστα δωμάτια, και ότι
τότε μόνο άρχισε να ηρεμεί, όταν κατάλαβε πως το κουβούκλιο τον είχε σώσει από τον κίνδυνο να γίνει παρανάλωμα σε μια αλάνα με σκουπίδια και πιτσιρίκια που κολλάνε πάνω σου κρατώντας αναπτήρα, να τρίβονται στο παντελόνι σου χωρίς ν’ αφήνουν
χώρο να αναπνεύσεις. Ναι, σίγουρα μέσα σ’ εκείνο το κουβούκλιο είχε μια κάποια προστασία, χωρίς υπερβολή θα ήταν ένα μέρος για να μείνει, αφού γι’ αυτόν το μόνο μέρος για να ζήσει με ασφάλεια ήταν η αποθηκούλα με τα άχρηστα, ένα δωμάτιο
κλειστό χωρίς παράθυρα όπου αφήνεις όσα δεν χρειάζεσαι, ή ένα πλυσταριό κι η τουαλέτα, αν έχει μόνο πάπια και καθρέφτη. Αλήθεια, σε ένα τέτοιο μέρος, όπου οποιοσδήποτε μπορεί να μπει χωρίς να τον αρπάζει κάτι απ’ τα μούτρα, μπορεί να έμενε μέρες,
ή και βδομάδες, εκεί θα έβρισκε τον εαυτό του, γιατί χωρίς περισπασμό θα είχε τη δυνατότητα να εστιάσει στο πόδι και να σκέφτεται το πόδι, στο νύχι και να σκέφτεται το νύχι, στη μύτη και να σκέφτεται τη μύτη, ναι, εκεί θα έμενε ίσως για πολύ καιρό.