Μυθιστόρημα, 264σσ.:
250γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2025
ISBN 978-618-5855-10-9
Τα παιδιά από τις εργατικές πολυκατοικίες στα βόρεια της Βρέμης γνωρίζουν πως οι οικογένειές τους κατάγονται από την Τουρκία, τη Ρωσία, την Αλβανία. Με την Κάρλα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η γιαγιά της, η Μαριάμ, ήρθε από την Ισταμπούλ ως μετανάστρια εργάτρια τη δεκαετία του ’60. Έχει αρμενικές ρίζες, αλλά κανείς στην οικογένεια δεν μιλάει ανοιχτά γι’ αυτό. Όταν η Μαριάμ πεθαίνει, η Κάρλα ανακαλύπτει στο συρτάρι της ένα σημείωμα με ένα γυναικείο όνομα, ένα βραχιόλι και μια διεύθυνση στην Αρμενία. Η Κάρλα θα πείσει τον πατέρα της να ταξιδέψουν μαζί σε μια πατρίδα που κανείς από τους δυο τους δεν έχει επισκεφθεί. Ακολουθώντας το νήμα της οικογενειακής της ιστορίας η Κάρλα ανακαλύπτει μια Ανατολή εξωτική και άγρια. Τη γενοκτονία των Αρμενίων, την καταστροφή της Σμύρνης, το πογκρόμ του ’55. Άνθρωποι ζαρωμένοι από τον φόβο εθνικών εκκαθαρίσεων κρύβουν την ταυτότητα, ακόμα και το όνομά τους: «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς. Να ’σαι και χαρούμενη που μπορείς να κρατάς κρυφό τ’ όνομά σου», λέει στη Μαριάμ η μητέρα της. Κι έπειτα οι στρατιές των ανειδίκευτων στα εργοστάσια της Γερμανίας, με όλες τις παραφυάδες της ρατσιστικής αντιμετώπισής τους. Πίσω από τις εντυπωσιακά παράλληλες ιστορίες Αρμενίων και Ελλήνων του 20ού αιώνα, η Τσβιέρτνια δίνει φωνή σε μια ολόκληρη γενιά από παιδιά και εγγόνια μεταναστών εργατών.
Κ ά ρ λ α
Στο στόμα μου έχω γεύση από καβουρδισμένα καρύδια, μελιτζάνα και ρόδι.
Πιάνω το ποτήρι με το κόκκινο χύμα κρασί του μαγαζιού. Είναι βελούδινο και γεμάτο στη γεύση. Έξω από το παράθυρο έχει ήδη σκοτεινιάσει,
ο πατέρας μου κι εγώ καθόμαστε σ’ ένα μαγαζάκι λίγο πιο πέρα από τη δημοσιά. Οι τοίχοι είναι επενδυμένοι με ξύλο σε παστέλ χρώματα,
κωνικά βιομηχανικά φωτιστικά φωτίζουν τα τραπέζια. Στα πιάτα μπροστά μας υπάρχουν μικρά ρολά λαχανικών γεμιστά με κρεμώδη πάστα ξηρών καρπών,
συγκρατούνται κλειστά μ’ ένα καρφωμένο καλαμάκι και έχουν από πάνω τριμμένο φιστίκι. «Αυτό είναι το κυρίως πιάτο;» Ο πατέρας μου καρφώνει
ένα ρολάκι με το πιρούνι και το βάζει στο στόμα του. Μασώντας με θόρυβο ορμάει στο επόμενο. Στον τοίχο ακριβώς πίσω του είναι κρεμασμένες
ασπρόμαυρες φωτογραφίες σε ασημιές κορνίζες. Γυναίκες με μεγάλα γυαλιά καπνίζουν μακρόστενα τσιγάρα. Άντρες με καβουράκια σεργιανίζουν μες στη βροχή.
Εικόνες μιας άλλη εποχής προσδίδουν στο εστιατόριο μια μοντέρνα πινελιά. Στα τραπέζια υπάρχουν βαζάκια με μοβ λουλουδάκια, μπροστά τους βρίσκονται αναμμένα ρεσό.
Η πόρτα της τουαλέτας είναι διακοσμημένη με σχέδια και το χερούλι της είναι επιχρυσωμένο. «Δεν τα ’χουν καταφέρει και άσχημα οι Αρμένιοι», λέει ο πατέρας μου.
«Λέγεται μάλιστα ότι είμαστε λαός με εμπορικό δαιμόνιο».
Εγώ ήμουν που πριν από μισή ώρα,
καθώς γυρίζαμε από τον βραδινό μας περίπατο, πρότεινα να καθίσουμε σε αυτό το εστιατόριο. «Δεν δοκιμάζουμε και κανένα άλλο μαγαζί;»
Πάνω από την πόρτα υπήρχε μια πινακίδα γραμμένη στα αγγλικά, μέσα από το παράθυρο φαινόταν το μπαρ και τα περιστρεφόμενα σκαμπό.
Ο πατέρας μου συγκατένευσε διστακτικά. Είμαστε λίγες μόλις μέρες στο Γερεβάν και κινείται λες και ζει χρόνια εδώ. Καθώς περπατάμε
στην πόλη ξέρει πού να κόψει δρόμο και επισκέπτεται πάντα τα ίδια μαγαζιά, κάποια από αυτά μάλιστα και περισσότερες φορές μες στη μέρα.
Και σήμερα το βράδυ θα προτιμούσε βέβαια να πάμε στο εστιατόριο με τους βαριούς ξύλινους πάγκους που είναι δίπλα στο διαμέρισμά μας.
Μοιάζει με τον τύπο που είναι αιώνιος θαμώνας στο ίδιο στέκι και τώρα νιώθει προδότης επειδή θα δοκιμάσει κάτι καινούργιο.
Το πρωί πηγαίνει με τις ώρες στο καφέ διαγώνια απέναντι από το διαμέρισμά μας. Κάθεται σε μια κόκκινη πλαστική καρέκλα που γράφει πάνω Coca-Cola.
«Το καλύτερο καφέ της πόλης», έτσι το αποκαλεί. Πίνει καφέ φίλτρου, τρεις κούπες, τις δύο με αρμένικο κονιάκ μέσα. Αρκεί ένα του νεύμα και ο
σερβιτόρος φέρνει αμέσως τον επόμενο καφέ.
Με το που σηκώνεται το πρωί,
ανυπομονεί να μπει στον ρυθμό της πόλης. εγώ αντιθέτως μένω ώρα στο κρεβάτι. Σηκώνομαι με το πάσο μου, κάνω ώρα ντους και
έπειτα φτιάχνω έναν καφέ στο μπρίκι. Με το άρωμα του καφέ στη μύτη κάθομαι στο πολυχρησιμοποιημένο κρεβάτι του αιθρίου και
κοιτάζω την αυλή μέσα από τα τζαμλίκια. Σε αντίθεση με τις προσόψεις, οι πίσω αυλές των σπιτιών είναι κακοσυντηρημένες.
Στα μπαλκόνια ανεμίζουν απλωμένες μπουγάδες. Κάθε πρωί βγάζω το σημειωματάριο από την τσάντα και σημειώνω τις λέξεις που
μάζεψα χθες στο ταξί. Κατόπιν σηκώνομαι και βγαίνω στον δρόμο. Σπάνια πλέον παίρνω μαζί μου τον χάρτη, φοράω όμως το
χρυσό βραχιόλι από τη διαθήκη της γιαγιάς μου. Πάω και παίρνω τον πατέρα μου από το καφέ, τον πιάνω αγκαζέ και πάμε μαζί
για πρωινό στο μικρό εστιατόριο που βρίσκεται στον κεντρικό δρόμο. Το μαγαζί είναι υπόγειο και έχει πολύχρωμα χαλιά
κρεμασμένα στους τοίχους. Ο πατέρας μου παραγγέλνει αμερικάνικο πρωινό με αυγά σκραμπλ και ψωμί του τοστ.
Εγώ παίρνω χούμους με ελιές και λαβάς. Όταν φεύγουμε, αφήνουμε πάντα φιλοδώρημα στην ηλικιωμένη κυρία πίσω από το ταμείο,
πάντα παραπάνω απ’ όσο είχα υπολογίσει εγώ.
Καθώς περπατάμε
στην πόλη ο πατέρας μου γνέφει πού και πού σε ανθρώπους που εγώ δεν έχω ξαναδεί. Μόλις αυτοί περνούν, μου λέει
την ιστορία τους. Ο περιπτεράς με το άκαμπτο καπέλο και η μητέρα του ήρθαν από το Ιράν. Όλη μέρα στο περίπτερο
παίζει ένα CD με τραγούδια του Αζναβούρ. «Ο πιο διάσημος συμπατριώτης μας». Κάτω από τον πάγκο του έχει πλαστικά
μπουκάλια με βότκα που αποστάζει ο ίδιος. Οι τακτικοί πελάτες δεν χρειάζεται καν να το ζητήσουν για να τους
προσφέρει ένα ποτήρι μέσα από το παράθυρο. Ο σαραντάρης κύριος με το ραμμένο κοστούμι και τα ανοιχτόχρωμα αθλητικά
παπούτσια ήρθε από τη Νέα Υόρκη προκειμένου να επενδύσει στη χώρα των γονιών του. «Νομίζω είναι κατασκευαστής».
Από αυτόν έμαθε ότι οι προσόψεις των σπιτιών είναι χτισμένες με λίθους από τόφο, αυτό προσδίδει στην πόλη το ζεστό της χρώμα.
Πάντα πιάνει αμέσως κουβέντα με τους
ανθρώπους, ακόμα και με εκείνους που εκ πρώτης όψεως φαίνονται να έρχονται από άλλο πλανήτη. Εδώ και κάμποσα χρόνια παίζει χαρτιά
σπίτι του με κάτι τύπους που είναι ελάχιστα μεγαλύτεροι από μένα. Ο ένας δουλεύει σε μια τράπεζα, ένας άλλος είναι μηχανικός σε μια
μεγάλη εταιρεία. Στα πάρτι που κάνουν, ο πατέρας μου είναι ο μοναδικός που μανουριάζει για την τέκνο μουσική. Κι όμως, αυτοί τον καλούν ξανά και ξανά.
«Χάι εκ;» μας ρωτά μια γυναίκα στο
εστιατόριο σκύβοντας προς το μέρος μας από το διπλανό τραπέζι. Τα μακριά της σκουλαρίκια μπλέκονται με τα άσπρα μαλλιά της,
φτάνουν σχεδόν στη μεταξωτή της μπλούζα. Ο πατέρας μου της γνέφει καταφατικά. «Ναι, Αρμένιος είμαι», της λέει στα γερμανικά και
μετά στα αρμενικά. Στο μεταξύ, όταν μιλάει με άλλους, ο λόγος του δεν σκοντάφτει πια καθόλου από άποψη λεξιλογίου. Μιλάει πλέον
απρόσκοπτα. Όταν κάποια στιγμή πήγε να παραγγείλει και δεν θυμόταν την αρμενική λέξη για το νερό, κοίταξε έντρομος τη σερβιτόρα λες
και τον τσάκωσε να κάνει κάτι απαγορευμένο. Τον βοήθησα εγώ. «Τζουρ». Ακόμα κι εγώ δεν χρειάζεται πλέον να ρωτάω κάθε τρεις και λίγο
τι σημαίνει η κάθε λέξη. Από τότε που γράφω κάθε πρωί λέξεις στο σημειωματάριό μου, καταλαβαίνω πολλά χωρίς να χρειάζεται να μεταφράζει
ο πατέρας μου. Παρ’ όλα αυτά, στο εστιατόριο του ζητάω πάντα να παραγγείλει εκείνος. Ίσως επειδή είναι πιο δύσκολο να δοκιμάζεις κάτι που κανονικά θα έπρεπε να το μπορείς.
Η γυναίκα με τα χρυσά σκουλαρίκια έστρεψε το
πρόσωπό της από τον πατέρα μου και τώρα χαμογελάει σ’ εμένα όλο περιέργεια. Της χαμογελάω κι εγώ και κοιτάω απορημένη τον πατέρα μου.
«Χαίρεται επειδή σου δείχνω τη χώρα μας». Διακρίνω μια δόση υπερηφάνειας στη φωνή του. Όταν λίγο αργότερα ζητάμε τον λογαριασμό, η σερβιτόρα
μάς γνέφει αρνητικά. Έπειτα μας κάνει νόημα προς το διπλανό τραπέζι. «Είναι ήδη πληρωμένος», λέει η γυναίκα με τα χρυσά σκουλαρίκια
στον πατέρα μου. Εκείνος σπεύδει προς το μέρος της και προσπαθεί να της δώσει μερικά χαρτονομίσματα, ωστόσο εκείνη αρνείται πεισματικά.
Προσπαθεί εκ νέου. Αποτυγχάνει ξανά. Τότε της δίνει μια θερμή χειραψία. «Την επόμενη φορά ελάτε όλη η οικογένεια μαζί!» φωνάζει η γυναίκα καθώς φεύγουμε.
Στον δρόμο το σκοτάδι αναμειγνύεται με το
απαλό φως των φαναριών. Μαζί δίνουν στην πόλη το χρώμα της τερακότας και του μοβ. Επιστρέφοντας στο διαμέρισμά μας περνάμε από κοκτέιλ
μπαρ, από λευκοβαμμένα εστιατόρια και από πολλές διαβάσεις πεζών. Κάθε τρεις και λίγο υπάρχει κι από μία. «Νομίζω ότι είναι καλό
που οι άνθρωποι εδώ δεν παίζουν τη ζωή τους κορόνα γράμματα», λέει ο πατέρας μου. Ο ίδιος δεν περνάει ποτέ απέναντι με κόκκινο,
το θεωρεί θέμα αρχής. Στο αυτοκίνητο βάζει πάντα τη ζώνη ασφαλείας. Αυτός είναι και ο λόγος που πάμε παντού με τον Σεργκέι και δεν
νοικιάσαμε αυτοκίνητο. «Δεν έχω ιδέα πώς οδηγούν, δεν ξέρω ποιους κανόνες οδικής κυκλοφορίας ακολουθούν». Νομίζω ότι διακρίνω στη φωνή
του μια ανεπαίσθητη λαχτάρα για το πότε θα ξαναμπεί στο αεροπλάνο για να επιστρέψει στη Γερμανία.
Διασχίζουμε τον δρόμο,
και μόλις περνάμε απέναντι σταματά ξαφνικά μπροστά από ένα άγαλμα. Τέσσερις άντρες από μπρούντζο, ένας έχει τσιγάρο στο στόμα,
ένας άλλος έχει σηκωμένο το χέρι του λες και θέλει να δηλώσει εμφατικά την ορθότητα ενός επιχειρήματός του. Ο πατέρας μου όμως
δεν ενδιαφέρεται για τις φιγούρες. κοιτάζει χαμηλά στα πόδια τους. Εκεί κάθεται κάποιος σ’ ένα σκαμνί. Μπροστά του έχει μια πολυθρόνα,
δίπλα του υπάρχουν βούρτσες και διάφορα δοχεία με βερνίκια παπουτσιών, μαύρα, καφέ, λευκά. Ο πατέρας μου κινείται αργά προς τα κει.
Κάθεται στην πολυθρόνα και σπρώχνει προς τα μπρος τα παπούτσια του δίχως να βγάλει μιλιά. Ο πατέρας μου γυαλίζει τακτικά τα παπούτσια
του και στο σπίτι. Στην ντουλάπα του υπάρχει μια σκούρα κρέμα με την οποία αλείφει το δέρμα, τουλάχιστον μια φορά τον μήνα. Όμως,
α μποτάκια πεζοπορίας που φοράει τώρα είναι σαν καινούργια. Ποιος ο λόγος λοιπόν να τα γυαλίσει; Έχει προσηλωθεί ευλαβικά σε κάθε
κίνηση του άντρα. Στο πώς βουρτσίζει τις ίνες και τις τσακίσεις του παπουτσιού. Στο πώς βουτάει το πανί στην κρέμα, πρώτα σε μια ανοιχτόχρωμη,
μετά σε μια σκουρόχρωμη, στο πώς αφήνει την παραπανίσια στην άκρη του δοχείου, έπειτα στο πώς την απλώνει στην επιφάνεια του παπουτσιού.
Τόσο προσεκτικά, που το πανί του δεν αγγίζει ούτε στιγμή τη σόλα.
Ο άντρας έχει καμπουριάσει για τα καλά από το πολύ σκύψιμο.
Του παίρνει κάμποσα δευτερόλεπτα ώσπου να ισιώσει ξανά την πλάτη. Καθώς τεντώνεται ξανά για να φτάσει τις φτέρνες του πατέρα μου, η καλοδεμένη γραβάτα
του κρέμεται προς τα κάτω. Πάνω στο περίτεχνο μοτίβο της φαίνονται μικρές τρυπούλες. Ενώ όταν συναντάμε ανθρώπους πιάνει αμέσως την κουβέντα μαζί τους,
σ’ αυτόν εδώ τώρα ο πατέρας μου δεν λέει τίποτα, δεν ρωτάει το παραμικρό. Παρακολουθεί μόνο σιωπηρός τα χέρια του καθώς του τρίβει τα παπούτσια.
Όταν φτάνει η ώρα να τον πληρώσει, δεν του αφήνει απλώς φιλοδώρημα, παρά του δίνει διπλάσια χαρτονομίσματα απ’ όσα ορίζει η τιμή που αναγράφεται
στο πινακάκι δίπλα στο σκαμνί του. Μετά του γνέφει αμήχανα, σαν να μην ξέρει και ο ίδιος πώς να τον αποχαιρετήσει.
«Τι έπαθες, όλα εντάξει;» τον ρωτάω καθώς στρίβουμε στην
επόμενη γωνία. Εκείνος κοιτάζει αφηρημένος τον δρόμο. «Ήξερα κι εγώ κάποτε έναν λούστρο που ντυνόταν πάντα στην πένα. Έζησε όμως άθλια ζωή».
Περιμένω μια στιγμή. Δεν λέει τίποτα παραπάνω. «Ήσασταν πολύ κοντά;» τον ρωτάω τελικά. Διστάζει να απαντήσει.
«Ο παππούς σου ήταν».
Όπως η προγιαγιά μου, έτσι
και ο παππούς μου αποτελούν απρόσωπες εικόνες στη συλλογή γραμματοσήμων του μυαλού μου. Εμφανίζεται μονάχα σε δυο αναμνήσεις μου.
Η μία είναι το πρώτο Σάββατο κάθε μήνα, όταν ο πατέρας μου πήγαινε στην τράπεζα προκειμένου να του στείλει στην Ισταμπούλ καμιά διακοσαριά μάρκα.
Η άλλη ήταν μια Κυριακή πριν από πολλά χρόνια στο σπίτι της γιαγιάς μου. Ήμασταν ακόμη στην εξώπορτα όταν εκείνη κάτι φώναξε στον πατέρα μου.
Με ήρεμη φωνή τον ρώτησε αν έβγαλε την αλληλογραφία από το γραμματοκιβώτιο. Η φράση της αυτή τον αναστάτωσε εντελώς. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου
του σκλήρυναν, έπειτα μαλάκωσαν, μετά σκλήρυναν ξανά. Τελικά γύρισε στον διάδρομο και με ρώτησε: «Μπορείς να γυρίσεις μόνη σου σήμερα σπίτι;».
Την επομένη πέταξε για την Ισταμπούλ. Τελευταία φορά που ο πατέρας μου επισκέφθηκε την Τουρκία ήταν για την κηδεία του παππού μου.
«Κρίμα που δεν τον γνώρισα ποτέ»,
του λέω. Ο πατέρας μου με διακόπτει. «Είναι καλύτερα να παίρνουμε τα πράγματα όπως έρχονται». Μεμιάς επιστρέφει εκείνη η ψυχρότητα
στη φωνή του όπως τη θυμάμαι από μικρό παιδί. Τότε ήταν φορές που σκεφτόμουν ότι είχα δύο πατεράδες. Έναν ξέγνοιαστο και έναν βαρύθυμο.
Ο ξέγνοιαστος με πετούσε στον αέρα, έκανε αστεία με τα οποία γελούσε ο ίδιος πιο πολύ. Ο βαρύθυμος έκανε σπανιότερα την εμφάνισή του,
πάντα όμως απροειδοποίητα, προκαλώντας μου κάθε φορά ταραχή. Και ενώ με τον καιρό φαίνεται ότι το συνήθισα, ο τόνος της φωνής του εδώ
στην Αρμενία με καταβάλλει ξανά αιφνίδια. «Συνάντησες μήπως τον ιδιοκτήτη σήμερα το πρωί;» Κοιτάω να αλλάξω θέμα, αλλά ήδη καταλαβαίνω
ότι η προσπάθεια αποτυγχάνει. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζω. «Μπορεί ο Τιγκράν να βρήκε κάτι». Οι μπροσούρες στο διαμέρισμα μου έδωσαν την ιδέα
να ρωτήσω τον Τιγκράν για τη γυναίκα που αναφερόταν στο σημείωμα της γιαγιάς μου. Ο πατέρας μου δεν έδειξε και πολύ ενθουσιασμένος. «Άσε
πρώτα να δούμε τη χώρα», αποκρίθηκε. Μετά την εκδρομή μας όμως στο μοναστήρι του Κορ Βιράπ δέχτηκε τελικά. «Μην ελπίζεις πάντως ότι θα
βρούμε ποτέ αυτή τη γυναίκα».
Το διαμέρισμα του Τιγκράν στον δεύτερο όροφο
είχε την ίδια διαρρύθμιση με το δικό μας πάνω. Ακόμα και τα έπιπλα έμοιαζαν να έχουν αγοραστεί όλα μαζί από το ίδιο κατάστημα, και μάλιστα
κατά την εποχή που η Αρμενία ανήκε ακόμη στη Σοβιετική Ένωση. «Πέρασε λοιπόν». Ο Τιγκράν δεν φάνηκε να εκπλήσσεται που με είδε μπροστά στην πόρτα του.
«Μόλις έφτιαξα χατσαπούρι». Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα πιάτο με ασημί σχέδια, και πάνω ένα τραγανό φύλλο ζύμης που θύμιζε πίτσα, μόνο που
δεν είχε σάλτσα ντομάτας. Ο Τιγκράν μού πρόσφερε ένα κομμάτι, λιωμένο τυρί έτρεχε από παντού. Το πήρα στο ένα χέρι, με το άλλο έβγαλα το σημείωμα
από την κωλότσεπή μου. Ακόμα και τώρα μου προκαλούσε έκπληξη πόσο βιαστικά ήταν γραμμένο στο χαρτί το όνομα της γυναίκας στην οποία έπρεπε να επιδοθεί
το βραχιόλι της γιαγιάς μου. Λίλιτ Κουγιουμτσιάν. Εξήγησα εν ολίγοις στον Τιγκράν τι θέλαμε από αυτόν. Εκείνος πήρε το σημείωμα και κούνησε το κεφάλι.
«Πιστεύεις δηλαδή ότι υπάρχει ελπίδα να τη βρούμε;» τον ρώτησα. Ο Τιγκράν δάγκωσε μια μεγάλη μπουκιά. «Δύσκολο να πω». Συνέχισε να μιλάει μασουλώντας.
«Ξέρω όμως κάμποσο κόσμο στην πόλη. Αν αυτή η Λίλιτ μένει ακόμη στο Γερεβάν, πιθανότατα θα τη βρούμε».
Μετά το φαγητό τον αποχαιρέτησα. Βγαίνοντας
όμως έξω στο κλιμακοστάσιο, γύρισα ξανά προς τον Τιγκράν. «Τι ακριβώς εννοούσες όταν είπες χθες ότι οι Αρμένιοι έχουν περισσότερα να προσφέρουν;»
Ο Τιγκράν με κοίταξε σκεφτικός. «Να… Εσείς της διασποράς ασχολείστε πολύ με τέτοια πράγματα», αποκρίθηκε δείχνοντας το βραχιόλι στο χέρι μου.
«Πιστεύω απλώς ότι υπάρχουν και άλλοι λόγοι για να έρχεστε σ’ εμάς». Μου έριξε ένα ενθαρρυντικό βλέμμα. «Άσε όμως να δω τι μπορώ να κάνω,
ίσως σταθούμε τυχεροί». Μετά έκλεισε την πόρτα.
«Ο παππούς σου ήταν».
«Για λέγε λοιπόν, είχες κάνα
νέο από τον Τιγκράν;» ρωτάω τον πατέρα μου που δεν είχε απαντήσει. «Ξέρεις, ντε, για τι σου μιλάω, για τη γυναίκα στη διαθήκη της γιαγιάς».
Η επόμενη ψυχρολουσία. Αυτή τη φορά ως χειρονομία. Ο πατέρας μου τινάζει τα χέρια του, θέλει να αποδιώξει κάτι. «Έλα, ρε Καρλότα, άρχισες πάλι;
Πόσες φορές πρέπει να σ’ το πω; Δεν έχει νόημα να ζεις στο παρελθόν», λέει και διασχίζει μια διάβαση πεζών. Τις τελευταίες μέρες δεν παραπονέθηκε
ούτε μια φορά για πόνους στα γόνατα. Τώρα όμως άρχισε να χωλαίνει ξανά.