test Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
Menu
Your Cart

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ Βιβλία
-10 %
Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
ΜΑΡΙΟ ΑΝΤΡΕΑ ΡΙΓΚΟΝΙ
Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

Μυθιστόρημα, 147σσ.: 12.50 x 19,70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2021
ISBN 978-618-84744-4-4
10,71€
11,90€
Χωρίς ΦΠΑ: 10,71€
Ο Ριγκόνι δημιουργεί υπαινικτικούς διαλόγους και μια διαυγή πλοκή, σαν παγίδες που κλείνουν μοιραία με ένα αστραπιαίο τίναγμα, καθηλώνοντας τον ήρωα στην επίγνωση της αναπόφευκτης κατάρρευσής του.

Paola Capriolo, Corriere della Ser, 15.05.2017


Ο Μάριο Αντρέα Ριγκόνι, πνεύμα αναγεννησιακό, ανάμεσα στις μελέτες για τον Λεοπάρντι και στις μεταφράσεις του Σιοράν, αφηγείται με αξιοσημείωτη μυθοπλαστική ικανότητα τις ιστορίες που τον στοιχειώνουν και τον σαγηνεύουν. Στα σύντομα ή πολύ σύντομα διηγήματά του διαχέει μιαν απόκοσμη ή εξωτική λάμψη· δοκιμάζει και ανατρέπει τα όρια της πραγματικότητας των ηρώων του με παιγνιώδη, ελαφριά διάθεση σε στιλ Καλβίνο ή Μπόρχες. Άλλοτε, δίπλα σε συνοπτικές και υπαινικτικές αφηγήσεις οι οποίες ανακαλούν τον Χέμινγουεϊ, σκηνοθετεί ατμοσφαιρικά τη φρίκη και την αγωνία με φαντάσματα δανεισμένα από τον κόσμο του Πόε ή του Κάφκα· όπως το τρένο του Στην άλλη μεριά, που τρέχει χωρίς επιβάτες μέσα σε μια νύχτα σχεδόν μεταφυσική. Με ειρωνεία ή με χιούμορ, με τρυφερότητα ή σαρκασμό, κινούμενη από το ρεαλιστικό ως το φανταστικό, αλλά και στο παραμυθένιο, η κομψή πρόζα του Ριγκόνι υπογραμμίζει διαρκώς πως τίποτα δεν είναι έτσι καθώς φαίνεται, όπως εύγλωττα υπαινίσσεται και ο τίτλος της παρούσας ανθολογίας διηγημάτων,Η σκοτεινή όψη των πραγμάτων.



Νίκος Βατόπουλος, Νέοι εκδότες νέοι κόσμοι, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Τέχνες και Γράμματα”,25.08.2021

Διαβάζω αυτές τις μέρες τα παράδοξα, τρυφερά, ανατρεπτικά και στοχαστικά διηγήματα του Μάριο Αντρέα Ριγκόνι.



Raffaele La Capria, Corriere del Veneto, 02.07.2009

Ίσως επειδή υποφέρω από κλειστοφοβία, ομολογώ πως, όσο διάβαζα την «Κόλαση», αδυνατούσα να προχωρήσω. Είναι ένας εφιάλτης που μου έφερε στον νου τους εφιάλτες του Πόε, καθώς φτάνει στο παράλογο με εξονυχιστική ορθολογικότητα και περιγραφική ακρίβεια που μου θυμίζει τη «Δίνη του Μάελστρομ». Αποφεύγοντας τις πολύ στενές συγκρίσεις, νομίζω πως σε αυτό το διήγημα απλώνεται η σκιά του Πόε, έτσι όπως η σκιά του Κάφκα απλώνεται στο διήγημα «Στην άλλη μεριά», όπου ο αφηγητής ανακαλύπτει πως δεν υπάρχουν ταξιδιώτες στο τρένο, είναι εντελώς άδειο, ενώ τρέχει με υψηλή ταχύτητα μες στη νύχτα, μια μεταφυσική και τρομακτική νύχτα.


Filippo La Porta, Left, 26.06.2009

Τα καταπληκτικά διηγήματα του Ριγκόνι φέρνουν στον νου έναν δεξιοτέχνη του είδους, τον Τζον Τσίβερ, τον Τσέχωφ της σύγχρονης νεύρωσης. Εκτός από τον Τσέχωφ, θα παρομοίαζα τον Ριγκόνι με το άλλο σπουδαίο πρότυπο, τον Μωπασσάν, ιδιαίτερα για τη σαρκαστική απόχρωση και το σοκ της τελικής αποκάλυψης.


Ruggero Guarini, Dall’altra parte, 2009

Το πιο ελκυστικό για μένα στοιχείο είναι ακριβώς η μοναδική ένταση μεταξύ φρίκης και αγαλλίασης, αγωνίας και ευφορίας, τρόμου και μέθης, που υποβόσκει […] σε αυτά τα εκπληκτικά διηγήματα. Μεταξύ άλλων, θα έλεγα πως είναι μια ένταση άγνωστη στην πλειοψηφία των σημερινών Ιταλών συγγραφέων, μερικοί από τους οποίους υποθέτω ότι, αν και ίσως αντιλαμβάνονται το ρίγος της, προτιμούν συνετά, από κάποια άγνωστη ιδεολογική τύψη, να την απωθήσουν. Πάντως δεν πιστεύω ότι υπερβάλλω με το να ισχυρίζομαι πως αυτή η τάση σπανίως έχει βρει, ανάμεσα στους Ιταλούς πεζογράφους της γενιάς όπου ανήκει ο Ριγκόνι, μια τόσο σταθερή και διαυγή φωνή.


Graziella Pulce, Alias – Il Manifesto, 12.10.2014

Τα διηγήματα του Ριγκόνι στερεώνονται γύρω από το στοιχείο της παραφωνίας: Στο βάθος κάθε σκηνής ο αναγνώστης ακούει την αντήχηση ενός απαλού, αλλά ευκρινούς τριγμού, τον άγγελο που προμηνύει την αποκάλυψη, και στο τέλος τη λαμπερή αυγή της επίγνωσης του nevermore.
Σ τ α   γ ό ν α τ ά   μ ο υ


Η κοπέλα που κάθεται στα γόνατά μου είναι η κόρη της πρώην ερωμένης μου. Θα έπρεπε να πω μιας, όχι της, γιατί δεν υπήρξε η μοναδική στη ζωή μου. Κάτι τέτοιο όμως δικαιολογείται: Η σχέση αυτή ήταν ίσως η πιο μακροχρόνια και έντονη από όσες είχα. Δεν νομίζω ότι η μητέρα της κοπέλας θα ήταν χαρούμενη αν το γνώριζε. Είναι κάθε άλλο παρά φυσικό. Όμως σίγουρα δεν θα μου έλεγε τίποτα. Είναι γυναίκα πολύ κομψή, πολύ απόμακρη, πολύ υπάκουη στο καλό γούστο και στην απέχθειά της για τη χυδαιότητα για να μπορεί να κάνει κάποια επίπληξη. Είναι αστρική, όπως το όνομα που έδωσε στην κόρη της – όνομα που με κάνει να ονειρεύομαι: Βέ-γκα! Απεχθάνεται να υποβιβάζει τον εαυτό της στα ίδια της τα μάτια. Κάποτε, όταν ήμασταν μαζί, μου είπε: «Δεν καταλαβαίνω τις γυναίκες που αντιδρούν στην προδοσία ή στην εγκατάλειψη ενός άντρα με μια ταπεινωτική διαμαρτυρία ή ένα αξιολύπητο κυνηγητό. Είναι ανθρώπινο ολοφάνερα, όμως εκτός των άλλων, δεν έχει καμιά αποτελεσματικότητα, απεναντίας επιδεινώνει τον χωρισμό και θέτει σε κίνδυνο το αποτέλεσμα. Ήδη το να αγαπάς, αυτό καθαυτό, σε θέτει σε μια κατάσταση κατωτερότητας, κατωτερότητα εκούσια και μακάρια, μα πάντα κατωτερότητα… Όχι, μια γυναίκα απατημένη δεν πρέπει να μείνει απαθής, αν δεν θέλει να καταβαραθρώσει την ίδια της την εικόνα. Μπορεί να φύγει, να αγνοήσει ή να απομακρύνει τον σύντροφό της, ή ακόμη να του ανταποδώσει τα ίσα, μπορεί μέχρι… να τον σκοτώσει (χαμογελούσε αστειευόμενη), αλλά δεν πρέπει ποτέ να παραπονεθεί».
«Never complain, never explain, ε;»* παρατήρησα.
«Ακριβώς. Θα έπρεπε να είναι η αρχή κάθε συμπεριφοράς, ακόμη και, μάλλον κυρίως, της ερωτικής».
«Συμφωνώ απόλυτα, δεν ξέρω όμως αν θα συμφωνούσαν και οι γυναίκες που δεν έχουν τη δική σου ανωτερότητα», σχολίασα με απόχρωση ειρωνικής έκπληξης.
«Δεν πρόκειται για ανωτερότητα, μάλλον για περηφάνια!» διαμαρτυρήθηκε.
Δεν μπορώ να αποκλείσω ότι, αν η Αϊλίν ανακάλυπτε τη σχέση μου με τη Βέγκα, τουλάχιστον θα προειδοποιούσε την κόρη της. Καμιά σκηνή, ίσως απλώς μια ήρεμη συζήτηση, υπαινικτική, με το γνωστό ύφος της. Εξάλλου οι δυο τους έχουν μια θαυμάσια σχέση συνεννόησης και συνενοχής. Η Βέγκα δεν είναι από τις κοπέλες (γνώρισα περισσότερες από μία μετά το ’68) που μπορούν να αφηγηθούν τα πάντα στη μητέρα τους σαν να επρόκειτο για αδερφή, συνομήλικη ή φίλη. Δεν είναι τόσο αφελής και άπειρη, όχι, ειλικρινά. Ωστόσο, με τη μητέρα της, οποιοδήποτε κι αν ήταν το θέμα, ακόμη και το πιο λεπτό, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με πλήρη, αμοιβαίο σεβασμό. Οποιοδήποτε, συμπεριλαμβανομένου αυτού; Δεν το νομίζω. Σίγουρα η Αϊλίν δεν θα με κατηγορούσε – δεν θα το έκανε ποτέ. Αλλά νιώθω πως με κάποιον τρόπο πρόδωσα την εμπιστοσύνη της, μολονότι δεν ήμουν εγώ που αποπλάνησα τη Βέγκα, απλώς δέχτηκα την αποπλάνηση. Συνέβη μια μέρα που η Αϊλίν, επειδή έπρεπε να φύγει σε επαγγελματικό ταξίδι, με παρακάλεσε να συνοδεύσω τη Βέγκα για να δει μια έκθεση ζωγραφικής. Επιστρέφοντας, στο ταξί, ξαφνικά η Βέγκα, κοιτώντας ευθεία μπροστά, μου είπε χαμηλόφωνα:
«Πρέπει να ταπεινωθώ πέφτοντας στην αγκαλιά σου, ώστε να αντιληφθείς τα αισθήματά μου;»
«Όχι ακριβώς ως αυτό το σημείο», απάντησα με παιχνιδιάρικη αμηχανία, ενώ της έπιανα το χέρι και το ακουμπούσα στα χείλη μου, καταρρέοντας μέσα σε μια εκστατική ταραχή.
Από εκείνη τη στιγμή βρίσκομαι σε μια κατάσταση που θα ήθελα να τριγυρνώ και να γράφω το όνομα της Βέγκα στους τοίχους, σαν ενθουσιώδης έφηβος. Περιορίστηκα –παρατηρώντας την εντύπωση που η παρουσία της προκαλεί στον δρόμο– να της γράψω, σε ένα βιβλίο τέχνης που της χάρισα, μιαν αφιέρωση όχι τόσο ειλικρινή όσο μπαρόκ: «Στη Βέγκα, που σπέρνει πυρκαγιές στους δρόμους της πόλης».
Αν ήμουν κυνικός, θα έπρεπε να αισθάνομαι ήρεμος, να απολαμβάνω αυτή την ανέμελη και ατιμώρητη –από ορισμένες απόψεις θαυμάσια και μεθυστική– ελευθερία. Θα ήταν σωστότερο να πω ευτυχία, εφόσον αυτό είναι το συναίσθημα που νιώθω σε πρωτόγνωρο βαθμό στη ζωή μου. Ενίοτε φοβάμαι πως η χαρά θα με σκοτώσει. Ο έρωτάς μου για τη Βέγκα ως ανάμνηση του έρωτά μου για την Αϊλίν – που ίσως διαρκεί ακόμη, σαν μισοαναμμένα κάρβουνα κάτω από τη στάχτη, αφού καμιά από τις γυναίκες που μπήκαν στη ζωή μου δεν βγήκε ποτέ εντελώς. Ωστόσο, αυτή η ευτυχία, που κάποτε μου δίνει την εντύπωση ότι κρατώ τον κόσμο στα χέρια μου, παγιδεύεται από μια σκοτεινή, βασανιστική αμηχανία. Και με σφίγγει δυνατά όταν τα συλλογίζομαι ολομόναχος, κυρίως όμως όταν θα πρέπει να δω την Αϊλίν και τη Βέγκα μαζί, πράγμα που προσπαθώ να αποφύγω πάση θυσία.
«Αίσθημα ενοχής; Καθολική παιδεία;» ρώτησα τον ψυχαναλυτή μου.
«Όχι μόνο αυτό», απάντησε εκείνος, «όχι μόνο αυτό, προφανώς».
«Η μεγάλη διαφορά ηλικίας», είπα, παριστάνοντας πως δεν καταλάβαινα. «Αυτή είκοσι δύο, εγώ εξήντα ενός. Είναι νεότερη από την κόρη μου».
«Σχεδόν σαράντα χρόνια διαφορά, δύο γενιές. Και αυτό, ναι, αλλά όχι μόνο».
«Βεβαίως», παραδέχτηκα. «Η Αϊλίν δεν ξέρει ότι είμαι ο εραστής της κόρης της, η Βέγκα δεν ξέρει ότι υπήρξα εραστής της μητέρας της. Είναι μια κατάσταση που με το ζόρι ανέχομαι».
«Είναι κατανοητό! Έστω και αν στην τελευταία συνεδρία σε άκουσα να διακηρύττεις: Μπορώ επιτέλους να υποστηρίξω, χωρίς έλλειψη μετριοφροσύνης, ότι οι κανόνες της ηθικής δεν δημιουργήθηκαν για ανθρώπους σαν εμένα;»
«Πώς εξηγείς λοιπόν ότι, όταν είμαι μόνος με τη Βέγκα, ούτε εγώ ούτε εκείνη σκεφτόμαστε πια τίποτα… ότι αισθανόμαστε πλήρη άνεση… απλοί, γαλήνιοι και κεφάτοι μες στην πολύχρωμη σαπουνόφουσκά μας;»
«Δεν ξέρω… Πάντως η σαπουνόφουσκα σκάει γρήγορα», και προσθέτει κλείνοντας το μάτι: «Όπως είναι φυσικό!»
Όντως… Δεν είναι μόνο το ανομολόγητο ψέμα της σχέσης ανάμεσα στους τρεις μας που μου προξενεί άγχος· είναι προπαντός η ομοιότητα της Βέγκα με τη μητέρα της που με ανησυχεί, σαν να βρίσκομαι μπροστά σε ένα θαύμα της φύσης και να παραβιάζω το μυστικό της. Η Βέγκα μοιάζει με σωσία της μητέρας της, είναι η μητέρα της νεότερη. Άλλωστε, οι φωτογραφίες της Βέγκα και της Αϊλίν σε είκοσι χρόνια θα μπορούν να ταυτιστούν απόλυτα χωρίς δυνατότητα να διακρίνεις τη μια από την άλλη, ίσως μόνο από το κόψιμο των μαλλιών.
Σήμερα όμως συνέβη κάτι μοναδικό.
Αφού κάναμε έρωτα και ντυθήκαμε, η Βέγκα πήγε να πάρει από το τραπεζάκι ένα μπουκάλι ουίσκι και ήπιε λίγες γουλιές από то ποτήρι που μου έδωσε, ενώ καθόταν στα γόνατά μου. Τότε έστρεψε το κεφάλι προς εμένα νεύοντας με ένα βλέμμα απορημένο, το οποίο δεν είχα δει ποτέ πριν και που αναγνώρισα ως… δικό μου – ολοδικό μου!
«Κατέβα, αγάπη μου, σε ικετεύω, κατέβα από τα γόνατά μου».


* Σ.τ.Ε. «Ποτέ παραπονούμενος, ποτέ απολογούμενος» (αγγλικά στο πρωτότυπο): Φράση που αποδίδεται στον Βρετανό πρωθυπουργό και λόγιο Μπέντζαμιν Ντισραέλι (1874-1880).