test ΕΠΟΥΛΩΜΕΝΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ
Menu
Your Cart

ΕΠΟΥΛΩΜΕΝΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ

ΕΠΟΥΛΩΜΕΝΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ
-10 %
ΕΠΟΥΛΩΜΕΝΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ


Μυθιστόρημα, 253σσ.: 12.50 x 19,70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2022
ISBN 978-618-84744-8-2

13,50€
15,00€
Χωρίς ΦΠΑ: 13,50€

«Αυτό που με εξέπληξε πρωτίστως (και παραδόξως) στο Παρίσι ήταν ότι δεν έβλεπα πουθενά κανένα αμάξι ασθενούς. Μια μέρα, στη γωνία ενός δρόμου, πήρε το μάτι μου έναν ανάπηρο στο καροτσάκι του. μου ’ρθε όρεξη να τρέξω κοντά του, να τον φιλήσω και να τον αγκαλιάσω αδελφικά. Όπως όμως γνωρίζεις, στη ζωή ακριβώς οι χειρονομίες που έχουν πιο πολύ νόημα είναι και αυτές που απαγορεύονται πιο αυστηρά. Κοίταξα για πολλή ώρα το παράξενο εκείνο μόρφωμα, μισό άνθρωπος και μισό ποδήλατο. Ίσως ο μύθος του Μινώταυρου να χρήζει εκσυγχρονισμού».




Οι Επουλωμένες καρδιές του Μαξ Μπλέχερ αποτελούν το δεύτερο μέρος της μυθιστορηματικής τριλογίας που συμπληρώνεται από τα Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό και το Φωτεινό άντρο. Ο νεαρός Εμμανουήλ, alter ego του συγγραφέα, πάσχει από φυματίωση των οστών και εγκαθίσταται στο σανατόριο της λουτρόπολης Μπερκ, στις ακτές της βόρειας Γαλλίας, για να θεραπευτεί. Η ζωή και ο έρωτας συνεχίζουν να ρέουν κάτω από τα γύψινα ασφυκτικά καλούπια των ασθενών, οι οποίοι κυκλοφορούν καθηλωμένοι σε αυτοσχέδιες άμαξες· το σκοτεινό χιούμορ, σε συνδυασμό με το εξωπραγματικό και το στοιχείο της παρέκκλισης, ή του εφιάλτη, στη γραφή του Μπλέχερ άλλοτε διαβρώνουν κι άλλοτε πυκνώνουν τη μονολιθική ατμόσφαιρα του φόβου στο σανατόριο. Η κριτική, όχι απόλυτα δικαιολογημένα, συνέδεσε τις Επουλωμένες καρδιές με το Μαγικό βουνό, κυρίως λόγω της παραπλήσιας θεματολογίας τους, ωστόσο οι ρίζες της αχαλίνωτης μπλεχεριανής φαντασίας εντοπίζονται περισσότερο στον υπερρεαλιστή Μπρετόν, παρά στον «κλασικίζοντα ρεαλιστή Τόμας Μαν», όπως επισημαίνει ο μεταφραστής του έργου Βίκτωρ Ιβάνοβιτς.  

      Επέστρεψε τον τόμο την επομένη, με ένα σημείωμα, όπου ζητούσε από την Ιζά την άδεια να την επισκεφτεί κάποια μέρα. Ήθελε πολύ να γνωρίσει από κοντά εκείνη την κοπέλα με τα σχιστά μάτια και την άλω μυστηρίου, η οποία είχε καταφέρει μεμιάς να κινήσει το ενδιαφέρον του, προτρέποντάς τον σε ένα τόσο συναρπαστικό ανάγνωσμα. 

      Πήρε απάντηση ότι μπορούσε να περάσει εκείνο κιόλας το απομεσήμερο. Η γκουβερνάντα τον περίμενε στον διάδρομο την καθορισμένη ώρα. Μόλις μπήκε στην κάμαρη, ο Εμμανουήλ ένιωσε μια έντονη και ευχάριστη μυρωδιά από ζεστό τσάι και φρυγανιές. Ο χώρος δεν έμοιαζε με ένα οποιοδήποτε δωμάτιο σανατορίου. Ήταν κι αυτό βαμμένο στα λευκά, αλλά οι τοίχοι είχαν καλυφθεί με ένα πολύ σκούρο κόκκινο ύφασμα, κάτι που δημιουργούσε μιαν ατμόσφαιρα αρκούντως επιβλητική, σχεδόν πένθιμη.

      «Μισώ το “υγειονομικό” λευκό, τύπου κλινικής...» εξήγησε η Ιζά στον Εμμανουήλ μόλις χαιρετήθηκαν. «Στα δωμάτια του σανατορίου, άσπρα σαν το γάλα, το μόνο σαφές και κατάλληλο που μπορείς να κάνεις είναι να τρελαθείς».

      Καμία διακόσμηση σε όλο τον χώρο. Μόνον επάνω σε ένα ντουλαπάκι υπήρχε ένα πελώριο κρυστάλλινο βάζο, γεμάτο αποξηραμένους κώνους ελάτης.

      Ο Εμμανουήλ, ευχαριστώντας τη για το βιβλίο, εξέφρασε την απορία του πώς και δεν έβλεπε πουθενά ράφια βιβλιοθήκης, ή έστω και έναν τόμο.

      «Α, δεν μου αρέσουν τα βιβλία!... Ένα βιβλίο δεν είναι τίποτα, δεν είναι καν αντικείμενο», είπε η Ιζά. «Είναι κάτι νεκρό... που εσωκλείει ζωντανά πράγματα... Κάτι σαν ένα πτώμα σε αποσύνθεση, που μέσα του βρίθουν χιλιάδες και χιλιάδες κατσαρίδες. Όλα τα βιβλία τα έχω στο διπλανό δωμάτιο, της νταντάς, σε ένα μπαούλο κάτω από το κρεβάτι της».

      Και ψιθύρισε, σε τόνο εξομολόγησης:

      «Ντρέπομαι που μου ’λαχε να γνωρίσω τη ζωή μόνον από βιβλία...»

      Κάλεσε την γκουβερνάντα για να του τη γνωρίσει. Ήταν μια κυρτωμένη, ηλικιωμένη γυναίκα, με άχρωμα μάγουλα, σαν ξερό ψωμί.

      «Από ’δώ η Σελίνα», είπε. «Για κοίτα την και πες μου, αλήθεια, δεν μοιάζει με σκαθαράκι; Μόνο που δεν βομβίζει...»

      Πράγματι, η νταντά φορούσε μια κοντή, καφέ κάπα, γυαλιστερή σαν έλυτρα εντόμου. Ακουμπούσε τα χεράκια της επάνω στην κοιλιά και έτριβε κάθε τόσο το ένα με το άλλο, σαν μύγα. Γέλασε σιγανά με τα λόγια της Ιζά, με μικρά, προσεκτικά διαλείμματα, λες και στάθμιζε από μέσα της την ποσότητα ευφορίας που άρμοζε να απολαύσει αξιοπρεπώς μια γριούλα της σειράς της.

      «Βλέπεις πόσο μπασμένη είναι;» είπε η Ιζά, όταν η Σελίνα πήγε να φέρει το τσάι. «Είναι η ηθική αντανάκλαση της σεμνότητάς της... Η Σελίνα είναι το πιο συγκρατημένο άτομο, ως προς τις δικές της ανάγκες, και το πιο πρόθυμο να εξυπηρετήσει τις ιδιοτροπίες των άλλων...»

      Η γκουβερνάντα σέρβιρε το αχνιστό τσάι σε ένα τραπεζάκι τοποθετημένο επιτούτου, ανάμεσα στην Ιζά και τον Εμμανουήλ.