test ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΕΡΟ
Menu
Your Cart

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΕΡΟ

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΕΡΟ
-30 %
ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΕΡΟ
ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΕΡΕΣ ΒΡΟΧΗΣ
ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΝΑΠΟΛΗΣ
ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΕΝΟΣ
ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ

Μυθιστόρημα, 189 σσ.: 12.50 x 19,70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2020
ISBN 978-618-84744-2-0
9,45€
13,50€
Χωρίς ΦΠΑ: 9,45€
«…Tο έργο του Πουλιέζε εντυπωσιάζει με την ορμητική μουσικότητα, ένα είδος Freejazz που αναστάτωσε αλλά και συνεπήρε τον λογοτεχνικό κόσμο της Ιταλίας».

Ulrich van Loyen, Süddeutsche Zeitung 4.2.2020


Από το παράθυρο οι Ναπολιτάνοι παρατηρούν για τέσσερις μέρες το γκρίζο πέπλο της βροχής που πέφτει ασταμάτητα. Η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει αιφνιδιαστικά, μυστηριώδεις κούκλες, απόκοσμες φωνές από το κάστρο του Μάσκιο Αντζοΐνο, κέρματα που παίζουν μουσική. Ένας εφιάλτης που δείχνει πως τίποτα δεν θα παραμείνει ίδιο ή μια παραίσθηση που θα διαλυθεί στο πρώτο φως του ήλιου…
Το Σκοτεινό νερό είναι ένα μυθιστόρημα που ιντριγκάρει και με την εκδοτική του τύχη: ο Ίταλο Καλβίνο το προτείνει στις περίφημες εκδόσεις Einaudi και υποδεικνύει στον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα διορθώσεις που εκείνος δέχεται. Όταν όμως ο Καλβίνο επανέρχεται με νέες, ο Πουλιέζε αντιδρά: ή έτσι ή τίποτε. Το 1978 εντάσσεται σε εκδοτική σειρά δίπλα στα βιβλία του Μπόρχες και του Χέμινγουεϊ, αλλά ο Πουλιέζε αρνείται την επανέκδοσή του. Για δεκαετίες το Σκοτεινό νερό κυκλοφορούσε σχεδόν αποκλειστικά σε φωτοαντίγραφα. Μετά τον θάνατο του Πουλιέζε το 2012 το μοναδικό μυθιστόρημα του συγγραφέα ζει μια δεύτερη ζωή, μεταφρασμένο ήδη σε τέσσερις γλώσσες.




Ζωή Καραμήτρου, Πόλη υποταγμένη στους ρυθμούς μιας φοβερής βροχής, “Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Τέχνες και Γράμματα”, 24.12.2021

Για τους ανθρώπους που περιγράφει ο Πουλιέζε, για τους Ναπολιτάνους που βρίσκονται σε αναμονή, γίνονται πολλές, αρκετές ώστε να αλλάξουν τη ρότα της ζωής τους. Γιατί αυτή η αναμονή κάποιου καθαρτήριου γεγονότος που όμως δεν έρχεται, δεν έχει μέσα της ελπίδα και προσμονή για κάτι καλύτερο, έχει θλίψη και εξουθένωση, είναι μια αρρώστια, ένας πνιγμός που δεν σε αφήνει να ανασάνεις. Δεν πεθαίνεις, όχι, μα και δεν συνεχίζεις να ζεις, οπωσδήποτε δεν θα ζεις όπως ζούσες, αλλάζεις, αναθεωρείς, ξανασκέφτεσαι κι αποφασίζεις όσα ήταν σκέψεις, επιθυμίες, αναβολές.


Κώστας Αθανασίου, Δυσοίωνα νερά, δυσοίωνα προαισθήματα, “Η Εποχή”, 07.02.2021

Δεν είναι η πρώτη ή η μοναδική φορά που η αλληγορία της πλημμύρας χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία. Ωστόσο, αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο του Πουλιέζε είναι ο τρόπος που δομείται η ιστορία του, η σύνθεση των επιμέρους ιστοριών, σε συνδυασμό με τη γλώσσα και το ύφος του, τον μακροπερίοδο λόγο, το πυκνό κείμενο.


Βασίλης Τσεκούρας, Περιμένοντας ν‘αλλάξει η ζωή μας, “amna.gr”, 05.12.2020

Ως γνώστης λόγω επαγγέλματος, ο δημοσιογράφος Πουλιέζε οπλίζει την πένα του με καυστική σάτιρα για να περιγράψει συσκέψεις επί συσκέψεων, συνεννοήσεις, συντονισμούς ενεργειών.


Άγης Αθανασιάδης, Σκοτεινό νερό, “ librofilo.blogspot.com”, 21.11.2020

Η μεταφορική και αλληγορική διάσταση του βιβλίου, είναι εμφανής από τις πρώτες του σελίδες. Ο Πουλιέζε χρησιμοποιεί τον μαγικό ρεαλισμό, με συγκρατημένο τρόπο, περισσότερο για να δώσει έμφαση στην αναμονή ενός γεγονότος μεγαλύτερου από αυτό που μπορεί να συλλάβει ανθρώπου νους, προσδίδοντας έναν ελεγειακό τόνο και μια λυρικότητα σε ένα μεταφυσικό πλαίσιο.


Βιβί Γεωργαντοπούλου, Σκοτεινό νερό, “ Λέσχη ανάγνωσης του Degas”, 08.11.2020

Η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή, μυστηριώδης και εξαιρετικά πειστική και ο αναγνώστης παραμένει εντός της μέχρι τέλους,νιώθει ότι βρίσκεται εκεί,στην βουτηγμένη στα νερά Νάπολη του 1969,ότι βυθίζεται στην νοσηρότητά της ακόμα κι όταν ο Πουλιέζε τον επαναφέρει στην αναγνωστική του πραγματικότητα καθώς σμιλεύει το κείμενο με την εναλλαγή των συναισθημάτων της τοπικής κοινωνίας:η θυμηδία για τα πραγμένα της δημοτικής αρχής διαδέχεται την αγωνία τους για τις πνιγμένες φωνές κι αυτή με τη σειρά της δίνει την αφηγηματική σκυτάλη στην ελπίδα ότι θα ξαναβγεί ο λαμπρός ναπολιτάνικος ήλιος τους και ούτω καθεξής.Όσο για την έκδηλη θεατρικότητα του κειμένου του Πουλιέζε(ο οποίος αγαπούσε το θέατρο και είχε δηλώσει ότι θα ήθελε να ασχοληθεί μ΄αυτό) είναι ακριβώς ό,τι δίνει το πολύ ιδιαίτερο ύφος σε όλη την ιστορία καθιστώντας την και διαχρονική.


Μιχάλης Μοδινός, Το χρονικό ενος κατακλυσμου, “ ΤΑ ΝΕΑ / Βιβλιοδρόμιο”, 14.08.2020

[…] ένα τέτοιο ποιοτικό βιβλίο, με τα αλληγορικά προμηνύματα του επερχόμενου τέλους και τις υπαρξιακές, ανθρωπολογικού τύπου αναζητήσεις του, έχει προφανή θέση στη σύγχρονη λογοτεχνική Ευρώπη.


Νίκος Μπακουνάκης, Malacqua, “TO BHMA”, 09.08.2020

Η γοητεία της αφήγησης ενισχύεται από τα ονόματα που παρελαύνουν σαν μελοδραματικοί ήρωες: Βιτσέντσο Μιρασιότο, […] Καρμέλα Ντι Τζενάρο, […] Σάρα Τσιπριάνι, Σαλβατόρε Πικότσι, Μαρία Ντε Τζοβάνι, Πασκουάλε Ντε Κρεσέντο…


Claro, Le Monde, 30.11.2018

[…] ένα κείμενο με απαράμιλλο ρυθμό […] Η πρόζα του Πουλιέζε, με αδιάκοπους κλυδωνισμούς, μεταχειρίζεται όλα τα μέσα για να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα όπου τα πάντα έχουν βουλιάξει στο νερό και οι χαρακτήρες εμφανίζονται παραδομένοι στον εαυτό τους και τους δαίμονές τους. […] ξεχωρίζει ιδιαιτέρως [σ.σ.: ο Πουλιέζε] διευθύνοντας το αφηγηματικό του μπαλέτο, προσκαλώντας τον αναγνώστη χωρίς προειδοποίηση στην υποκειμενικότητα μιας σειράς χαρακτήρων. Αυτές τις τέσσερις μέρες βροχής ο Πουλιέζε τις υφαίνει πυκνά, είναι στην πραγματικότητα το ίδιο το υλικό, μυστηριακό και μελωδικό, ενός μυθιστορήματος το οποίο απορρέει αβίαστα από την εικόνα μιας πόλης που την πολιορκεί το νερό, όπως κάποτε η πανούκλα το Οράν, και χύνεται μέσα στην πορώδη εσωτερικότητα των χαρακτήρων που νιώθουν πως τίποτε πια δε θα είναι όπως πριν.


Maxim Simonienko, ActuaLitté, 07.12.2018

[…] η βροχή. Ναι, ας μιλήσουμε γι’ αυτήν τη βροχή. Μια θρηνωδία που επαναλαμβάνεται, επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Μοιάζει να βρίσκεται παντού και συνάμα πουθενά. Μια διάχυτη συναισθησία που προκύπτει από το στυλ του Πουλιέζε, το οποίο συνδυάζει την ποιητικότητα και την επανάληψη με τον τρόπο ενός ρεφρέν.


Από την ιστοσελίδα της γαλλικής έκδοσης (éditions do)

«Το Σκοτεινό νερό είναι ένα βιβλίο με νόημα, ορμή και εκφραστικότητα […] Παραπέμπει σαφώς στο χορωδιακό μυθιστόρημα της Ματίλντε Σεράο».
Italo Calvino


Anna Aslanyan, Times Literary Supplement, 17.11.2017

[…] Aν ο Αντρεόλι μπορεί να παρομοιαστεί με κάποιον, αυτός είναι ο πρωταγωνιστής στο διήγημα του Ίταλο Καλβίνο «Σύννεφο καπνού». Αμφότεροι προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους, αμφότεροι συνειδητοποιούν πως καμιά ειδησεογραφία δεν μπορεί να τον περιγράψει, αμφότεροι καταλήγουν να βιώσουν μια αποκάλυψη. Η ατμόσφαιρα της πλημμύρας προκύπτει από ένα ρεύμα συνείδησης που κυλάει ανεμπόδιστα, με ένταση που αυξάνεται και μειώνεται εκ περιτροπής. […] Η μονότονη βροχή ακούγεται μέσα από ρυθμικές επαναλήψεις [...], ενώ οι εξάρσεις της γραφειοκρατικής αργκό λειτουργούν αντιστικτικά στις ποιητικές, ρυθμικά επαναλαμβανόμενες φράσεις.


Peter Mitchell, Asymptote

[…] Αν αυτό το είδος μαγικού ρεαλισμού είναι οικείο χάρη στον κραταιό μεταμοντερνισμό της εποχής –ο Ίταλο Καλβίνο υποστήριξε το έργο και προώθησε την έκδοσή του– διαφεύγει τον κίνδυνο της αφέλειας με την επίμονη προσκόλληση στο τοπικό. Ο Πουλιέζε γράφει εδώ ξεκάθαρα για την πόλη του, με σφοδρή, ανελέητη αγάπη. Οι κάτοικοι της Νάπολης θα μπορούσαν να είναι οι Δουβλινέζοι του Joyce μέσα στην παράλυση και την απόγνωση, την παγερή αδιαφορία τους για όσα συμβαίνουν και την ελάχιστη λαχτάρα τους προς αυτό που έρχεται για να αποκαλύψει τα πάντα.


Catherine Taylor, New Statesman, 15.01.2018

[…] Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος γιατί αυτό το μικρό, έντονα υπαινικτικό έργο για πλημμύρες και οιωνούς ταίριαζε σε έναν παραμυθά όπως τον Καλβίνο. Ο Πουλιέζε παίρνει ένα οιονεί αποκαλυπτικό γεγονός –ξαφνικές, θανατηφόρες πλημμύρες και αρκετές μέρες παρατεταμένης βροχής στην Νάπολη (ένα πραγματικό συμβάν που έλαβε χώρα το Φθινόπωρο του 1970), μια πόλη που ζει στην πραγματικότητα και τη φαντασία, θαλάσσια και ηφαιστειακή συγχρόνως– και το χρησιμοποιεί, μέσω υπερρεαλιστικών εικόνων και μιας πολυφωνικής «χορωδίας» Ναπολιτάνων, για να περιγράψει την κατάσταση της Ιταλίας στα τέλη της δεκαετίας του 1970.


John Munch, European Literature Network, 12.12.2017

[…] Καθώς ο συνεχής κατακλυσμός των τεσσάρων ημερών διεισδύει βαθύτερα στη ναπολιτάνικη ψυχή, λαμβάνουν χώρα γεγονότα σουρεαλιστικά, παράλογα και ζοφερά. […] Αυτό που περιγράφει ο συγγραφέας –με ένα μείγμα μελαγχολικότητας και βαριεστημένης συμπόνοιας– είναι απλοί άνθρωποι συντετριμμένοι από φαινομενικά κακόβουλες δυνάμεις, τόσο μετεωρολογικές όσο και γραφειοκρατικές. […] Το μεγαλύτερο μέρος του πομπώδους, διαπεραστικού κυνισμού [σ.σ.: του Πουλιέζε] προορίζεται για τα σαθρά παρακλάδια της γραφειοκρατίας η οποία στοχεύει στην προστασία της ιεραρχίας της μάλλον, παρά στη διατήρηση της ασφάλειας των κατοίκων της πόλης.


Ulrich van Loyen, Süddeutsche Zeitung, 04.02.2020

[…] Στο μυθιστόρημά του ο Πουλιέζε σπάει το φράγμα μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας, μεταξύ συγκεχυμένων αντρικών φαντασιώσεων και φιλοσοφικών υποθέσεων σε μορφή μονολόγου. […] Ο Πουλιέζε έγινε θρύλος, η μορφή του ταυτίστηκε με τον συγγραφέα-δημοσιογράφο, γιατί μέχρι τότε στη λογοτεχνία της νότιας Ιταλίας ελάχιστοι είχαν τόσο ρητά ξεπεράσει τα όρια, αναδεικνύοντάς τα την ίδια στιγμή. […] Όσο πολυφωνική είναι η ροπή του έργου, άλλο τόσο ακριβείς είναι οι αφηγηματικές βινιέτες. Η βροχή σπρώχνει τους ανθρώπους πίσω στον εαυτό τους και τελικά σε ένα είδος ντελίριου. […] Στο πρωτότυπο η γλώσσα εντυπωσιάζει με την ορμητική μουσικότητα, ένα είδος Freejazz που αναστάτωσε αλλά και συνεπήρε τον λογοτεχνικό κόσμο της Ιταλίας. […] Μετά από αυτό το κλασικό έργο ο Πουλιέζε, ο Σάλιντζερ του ιταλικού Νότου, δε θέλησε να γράψει άλλο βιβλίο.


Dorothea Dieckmann, Κρατική ραδιοφωνία - Deutschlandfunk, 19.01.2020

[..] Από μια χορωδία που συγκροτούν οι κάτοικοι της πόλης ξεχωρίζει η φωνή του Κάρλο Αντρεόλι, δημοσιογράφου όπως ο ίδιος ο συγγραφέας. Ένας ευέλικτος αφηγητής που υψώνεται πάνω από την οχλοβοή. Άλλοτε μιλάει ως ένας από τους πληγέντες, άλλοτε πάλι ως συμβατικός χρονικογράφος. Όταν εισάγει κάποιον από τους πολλούς χαρακτήρες που κατοικούν στην πόλη και στο βιβλίο, μπαίνει στη θέση του, κάτι που ενίοτε δεν τον εμποδίζει να του απευθύνεται κατά πρόσωπο. […] Με κακεντρεχή ευχαρίστηση ο Πουλιέζε περιγράφει τον εκνευρισμό που πλήττει την πόλη […] την αμηχανία της πολιτείας και των οργάνων της τάξης. […] Ο Πουλιέζε είχε σχολιάσει ότι η τελική σκηνή στηρίζεται στην αρχή του «Οδυσσέα». Ενώ ζούσε ακόμη, ο δοκιμιογράφος και κριτικός Τζουζέππε Πέσε είχε εντοπίσει και άλλες συγγένειες, όπως με τους σπουδαίους σύγχρονούς του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα και Άννα-Μαρία Ορτέζε, οι οποίοι μετέτρεψαν την παραδοσιακή μυθιστορηματική φόρμα σε είδος παρωδιακό ή φανταστικό.


Klaus Ungerer, der Freitag, 04.09.2019

Ήδη στον τίτλο φυσάει ο άνεμος της απελευθέρωσης από πλοκή, δάκρυα κι ιδρώτα, που επάνω τους γλιστράμε μέσα στα καλοστημένα σκηνικά των σημερινών μυθιστορημάτων. [...] Το Σκοτεινό νερό, περισσότερο από τον τρεμάμενο παλμό ενός ποιήματος, είναι μια διάθεση, μια στιγμή, που θα μπορούσε να συλληφθεί και να εξεταστεί με δεξιοτεχνία. Είναι μια σιωπή, με τον συγγραφέα να αφουγκράζεται μεμονωμένους ανθρώπους, οι οποίοι αναδύονται κι έπειτα χάνονται, να αφουγκράζεται την γκρίζα θλίψη και μακρινές κραυγές ανείπωτης απόγνωσης. Είναι τρίκλισμα σε έναν κόσμο που παραπαίει.
Συγχωρήστε με, πρέπει να λείψω για λίγο, πάω να δω το Καστέλ ντελ Όβο. Δύο λεπτά μόνο, δεν νομίζω να υπάρχει βιασύνη; Απολύτως καμία υποθέτω, έτσι γρήγορα που γλιστρά η ζωή: λοιπόν, δυο λεπτά μόνο, δεν χρειάζεται να στήσουμε ολόκληρη τραγωδία, σωστά; Να διακόψω τη δυσανάγνωστη άμπωτη, να δημιουργήσω ένα ρήγμα, μια στιγμή αμφιβολίας: από τη μια μεριά εσείς, με το σπαγγέτι, το βραστό χταπόδι, από την άλλη αυτή η σπίθα τρέλας, χωρίς αιτία: συγχωρήστε με, πάω να δω το Καστέλ ντελ Όβο.
Σηκώθηκε από το τραπέζι διπλώνοντας προσεκτικά την πετσέτα του, μήπως ήταν ένας αποχαιρετισμός; σίγουρα ήταν πόδια, πόδια σε κίνηση, ναι, κι ένα ξαφνικό ανεξήγητο ερώτημα στο στήθος και ανάμεσα στα πλευρά. Ενώ ψηλά οι μπλε γραμμές απλώνονταν, πολλαπλασιάζονταν, δυνάμωναν ολοένα, και το μαύρο, το σχεδόν μαύρο, ίσως η βροχή: πέρα από το τζάμι ο υφάλμυρος αέρας, η μυρωδιά της βενζίνης, το αίσθημα ανοίκειου, μελαγχολική απομόνωση, γλυκύτατη, και οι άλλοι μέσα να επιβιώνουν και να δίνουν λύσεις, ναι, να δίνουν λύσεις.
Η έξοδος στα δεξιά περνά από τα μικρά πέτρινα σκαλιά, ύστερα πάνω από τη γεφυρούλα, προς τα αριστερά, σε άγνωστα σπίτια και στο Καστέλ ντελ Όβο, με τον παγωμένο, δυνατό αέρα, με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις ταμπέλες των εστιατορίων, και άλλα αυτοκίνητα, γκρίζα παράθυρα στο γκρίζο πρωινό. Αυτά τα πέτρινα σπίτια ακουμπούν στο Καστέλο και ωστόσο είναι περιφρονημένα, σαν σε απόσταση· αλλά ας μην υπάρξει κάποια παρανόηση, όχι, καμία παρανόηση, ούτε φωνές στον δρόμο ούτε παιδικά παιχνίδια, μόνο από τα παράθυρα και τις κλειστές πόρτες ένα αργό ψιθύρισμα, ένα μυστηριώδες σκοτεινό ψιθύρισμα, σαν κάποιοι να συνωμοτούν, να μηχανορραφούν στη σκιά. Μια ξαφνική κραυγή θα βύθιζε τα πάντα στη θάλασσα, όλα εκτός από το Καστέλο ίσως, ίσως ακόμη κι εκείνο: μια λαβυρινθώδης, τσιριχτή κραυγή, ένας απελπισμένος συριγμός, διακεκομμένος και κοφτερός. Ο παρατεταμένος συριγμός που κουβαλά μέσα του ο Αντρεόλι Κάρλο με τους συλλογισμούς του, και σκέφτεται, εντάξει, ναι, αλλά στο διάχυτο φως το γκρίζο διαλύεται, τα μόρια της σκόνης αιωρούνται για λίγο, από τα παράθυρα, από τα παράθυρα και τις κλειστές πόρτες ο βόμβος των φωνών, ένας βαθύς, ύποπτος ψίθυρος: μπλε γραμμές πέφτουν χτυπώντας την άσφαλτο, οι γροθιές σφίγγονται νευρικά, ακινητοποιούνται μέσα στις τσέπες. Όσο τα μάτια δεν βρυχώνται στο σκοτάδι, σε ένα τέτοιο σκοτάδι, με τη σκέψη ότι το είχε σκάσει, ο δρόμος ευθύς, μόνος με το Καστέλο, μόνος κι έρημος: μαγεία γλυκιά και ασάλευτη σαν τον θάνατο. Έχεις κοιτάξει μέσα σου: μήπως η αναμονή είναι πάντα η αναμονή του θανάτου;
Ο Αντρεόλι Κάρλο επέστρεψε στο εστιατόριο για να συνεχίσει τη συζήτηση που είχε αφήσει στη μέση και τη φιλική κουβέντα, το κόκκινο κρασί Λέτερε και Γκρανιάνο, την υπερβολική ευθυμία μετά το χορταστικό γεύμα. Το βλέμμα του ταράζεται στον ήχο των ποτηριών, και της εφημερίδας επίσης, αχ αγαπημένη εφημερίδα, αργά απομακρύνεσαι προς άλλα μέρη: θα σε ακολουθήσω για ακόμη μια μέρα, θα βροντοφωνάξω την αγάπη μου στους διαδρόμους και στο τυπογραφείο, φωνές, χαμόγελα, φωνές. Σηκώθηκε μαζί με τους άλλους, όλοι βγήκαν έξω, ο διευθυντής μπροστά, και πριν επιστρέψουν στην οδό Παρτένοπε, εκεί, λίγο πριν, το κεφάλι του στρέφεται, η καρδιά του γυρνά προς το Καστέλ ντελ Όβο. Αλλά δεν διακρίνεται πια, από δώ δεν διακρίνεται.
Όλο εκείνο το απόγευμα και όλο το βράδυ ο Αντρεόλι Κάρλο έμεινε να δουλέψει στην εφημερίδα, πόσο αργόσυρτος ο χρόνος, περιμένοντας τον ήχο του τηλέτυπου, με φιλικές φωνές βαθιά εχθρικές, αιφνιδιαστικά ανοίκειες, και πάλι μόνος να κοιτάζει τις αράδες του τηλέτυπου, χωρίς να διαβάζει, χωρίς να καταλαβαίνει, ωστόσο εδώ ήταν όλα, πραγματικά όλα: το ταξίδι του Φορντ και η ανάπτυξη της Φίατ, η συναυλία στο Αμφιθέατρο και το κλείσιμο της Ινοτσέντι, ηθοποιοί, συνδικαλιστές και πολιτικοί γλιστρούν στο έδαφος, ακούγονται ανεπαίσθητα. Στη βαθιά σιωπή και στο φως του γραφείου το χέρι αδρανούσε περιμένοντας, κάτι σαν βουητό έβγαινε από μέσα του, σαν μηχανή ντίζελ που δούλευε ήρεμα, ήσυχα, και ύστερα ανέβαινε ως τους κροτάφους του πιέζοντας, χτυπώντας: η ανερμήνευτη αναμονή; γεννιόταν σαν μοχθηρία, σκέψη αισχρή, τύλιγε το πρόσωπό του, τα χαρακτηριστικά του: το μάτι ορθάνοιχτο μπροστά στην απίθανη ιδέα: τι πράγμα; τα πλήκτρα της γραφομηχανής; το γαλάζιο λαμπατέρ; οι λάμπες φθορισμού στους διαδρόμους; τι, για όνομα του Θεού! τι;
Και μετά το απόγευμα, και μετά τις πρώτες ώρες του σούρουπου, ήρθε γι’ αυτόν η νύχτα με γραμμές από μελάνη και ξαφνικές ριπές, ο άνεμος να φυσά στην οδό Μαρίτιμα, γωνία με την Πλατεία Δημαρχείου, και πέρα, ακόμα πιο πέρα, ως το λιμάνι και πάνω στον λόφο. Ο παγωμένος αέρας σηκώνει ψηλά τη φωτιά από τα μαγκάλια, κεντά σχήματα στη σκιά του δρόμου. Ήρθε για κείνον η στιγμή, τελικά δεν ήταν τίποτα, τίποτα το συγκεκριμένο, και όμως ήταν κάτι: από το Καστέλο το μήνυμα είχε φτάσει αδιόρατο αλλά ξεκάθαρο, ναι, πολύ ξεκάθαρο, είχε κατεβεί από τον λαιμό ως μέσα στο στήθος, και ακριβώς εκεί σταμάτησε για να θυμηθεί. Ο Αντρεόλι Κάρλο κούμπωσε το αδιάβροχο παλτό του σηκώνοντας τον γιακά, κοίταξε τριγύρω στον δρόμο και ανάσανε, είδε το τραμ μπροστά του με τα φώτα να τρεμοπαίζουν, ο συριγμός του ατσαλιού στο ατσάλι, καθώς απομακρυνόταν, ύστερα κοίταξε τον ουρανό καχύποπτα, διακρίνοντας μαυριδερές γραμμές, ριπές ανέμου στο βάθος, και τη μουντή λάμψη που δεν έβγαζε φως, το παραμικρό φως, μέσα στη νύχτα. Ναι, ολομόναχος στη μέση του δρόμου, με τις σκέψεις του τόσο χαοτικές μα και τόσο συγκεκριμένες. Τελικά, μπήκε στο αυτοκίνητο, γύρισε το κλειδί της μηχανής, άναψε τα φώτα, ναι, τα άναψε. Αισθανόταν ανήσυχος.
Ετικέτες: ΣΚΟΤΕΙΝΟ , ΝΕΡΟ