test APOLLOKALYPSE
Menu
Your Cart

APOLLOKALYPSE

APOLLOKALYPSE books
-10 %
APOLLOKALYPSE
Μετάφραση: ΜΑΡΙNΑ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

Μυθιστόρημα, 640 σσ.: 12.50 x 19,70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2021
ISBN 978-618-84744-5-1
17,55€
19,50€
Χωρίς ΦΠΑ: 17,55€
«Άγριο, αστείο, αινιγματικό».

Deutschlandfunk Kultur (κρατικό ραδιόφωνο), 01.09.2016


Είκοσι χρόνια δούλευε ο Γκέρχαρντ Φάλκνερ πάνω στο υλικό του μυθιστορήματος Apollokalypse· έργο σύνθετο και πολυεπίπεδο, που συστεγάζει στον τίτλο του τον Απόλλωνα, την Καλυψώ και την Αποκάλυψη, σηματοδοτώντας το τρίπτυχο της Ομορφιάς, της Αποπλάνησης και της Καταστροφής. Με φόντο το Βερολίνο, αλλά και τη Νέα Υόρκη, στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, οι ήρωες του βιβλίου εγκαταλείπουν την πόλη, αλλά και επιστρέφουν πάντοτε σε αυτήν, με τη δράση να αποτυπώνει ανάγλυφα την(πολιτική) ατμόσφαιρα της εποχής, τις ένοπλες επαναστατικές ομάδες, τις μυστικές υπηρεσίες, τη μουσική σκηνή. Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα πυκνή σε μεταφορές και ποιητικές εικόνες, η αφήγηση, σπειροειδής και χειμαρρώδης, αναπτύσσεται μέσα σε ένα κλίμα οργανωμένου χάους, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τη διαρκή ανασύσταση και την απώλεια της ταυτότητας του κεντρικού χαρακτήρα. Η λοξή αυτοπροσωπογραφία του πρωταγωνιστή του, Γκέοργκ Άουτενριτ, δίνει στον Φάλκνερ την αφορμή να αναδείξει τον κατακερματισμένο εαυτό μιας γενιάς και μιας πόλης, το τείχος της οποίας έχει καταρρεύσει.

                                                                


Το μυθιστόρημα Apollokalypse, του Γκέρχαρντ Φάλκνερ, εκδόθηκε με την οικονομική στήριξη του Ινστιτούτου Γκαίτε.



Münchner Merkur, 24.02.2017

Ο Φάλκνερ περιγράφει με διασκεδαστικό τρόπο, με ενθουσιασμό για τη γλώσσα και τα λογοπαίγνια. Τα επίπεδα που ξεδιπλώνονται στο αριστοτεχνικά δομημένο μυθιστόρημά του, δένουν αβίαστα σε ένα σύνολο που ξεχειλίζει από πάθος, παραπομπές και τσιτάτα.


dpa-Starline, 01.11.2016

Το πεζογραφικό ντεμπούτο του Γκέρχαρντ Φάλκνερ σε ώριμη ηλικία είναι ένα φανταστικό πορτρέτο του Βερολίνου, ειδικά πριν την Πτώση του Τείχους.


Der Freitag, 27.10.2016

Το λυρικό, μεγαλειώδες και διαλυμένο μυθιστόρημα του Γκέρχαρντ Φάλκνερ «Apollokalypse». (…) Όπως απλά ισχυρίζεται η κριτικός, πότε άλλοτε δεν αποδόθηκε τόσο πυκνά η συμπτωματολογία της μανίας λες και η απόγνωση ξεπηδάει από το βιβλίο και βρίσκει κατευθείαν στην καρδιά.


NZZ (CH), 18.10.2016

Το μυθιστόρημα του Φάλκνερ διαβάζεται πολύ ευχάριστα, γιατί ο συγγραφέας δε θέλει να εκθέσει με εύπεπτες πολιτικές ερμηνείες τις παραμορφώσεις της διαδικασίας της Επανένωσης όπως τα μυθιστορήματα που ασχολούνται με το θέμα. Αντίθετα, επικεντρώνεται πλήρως στις εμμονές του ήρωα του, ο οποίος απορροφά τις μητροπολιτικές ενέργειες, και επινοεί μια δική του γλώσσα για την εμπειρία της μεγαλούπολης μέσω των αισθήσεων. Οι εικόνες, όπου τρεμοφέγγει η ποίηση, οι χτυπητές περιγραφές τόπων και τοπίων, με τις οποίες ο Φάλκνερ σκιαγραφεί το Βερολίνο και τη Νέα Υόρκη καθώς και οι πρωταγωνιστές, τους οποίους διαρκώς οδηγεί σε συγκρούσεις με την τετριμμένη καθημερινότητα, αποδεικνύουν μια εντυπωσιακή γλωσσική ικανότητα.


Falter (A), 12.10.2016

Συμπέρασμα: Ενίοτε η γερμανική λογοτεχνία μπορεί να είναι σπουδαία.


Die Welt kompakt, 28.09.2016

Ένα υποδειγματικό μυθιστόρημα


Elisa von Hof, Berliner Morgenpost, 26.09.2016

Με τόλμη συνδυάζει ο ποιητής Γκέρχαρντ Φάλκνερ στο επικό του opus magnum το λογοτεχνικό είδος του βερολινέζικου μυθιστορήματος και της συμφωνίας με τον διάβολο. Το βιβλίο του γίνεται η αποτύπωση μια εποχής και εξυψώνει τη διχοτομημένη πόλη σε μυθολογικό τόπο, χωρίς να λησμονεί το κωμικό στοιχείο, όπως τη μετατόπιση του δυσάρεστου προβλήματος με τους σκύλους στον υπόγειο Στύγιο ποταμό.


Silke Behl, Radio Bremen, 19.09.2016

Ο Φάλκνερ έχει σχεδιάσει ένα πληθωρικό σκηνικό με χαρακτήρες μάλλον άτυχους. Αυτό είναι πολλά περισσότερα από ένα βερολινέζικο μυθιστόρημα. Όμως το Βερολίνο είναι η καλύτερη σκηνή για να φωτιστούν οι παγκόσμιες αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών.


Peter Henning, Nordwestschweiz, 16.09.2016

Το βιβλίο του είναι μια εντυπωσιακά λαμπερή, ανάμεσα στις παραγεμισμένες με εικόνες, ανέκδοτα, αναφορές και υπαινιγμούς αράδες της, συνηγορία για τον μεγάλο, απόλυτο, ασυγκράτητο έρωτα. Γιατί όσο συχνά κι αν οι χαρακτήρες ορμούν ο ένας στον άλλον με κραυγαλέο, άμετρο πόθο, τόσο εκλεπτυσμένα καταφέρνει ο Φάλκνερ να απεικονίσει τα ήσυχα, ασύγκριτα σημαντικότερα συναισθήματά τους.


Jörg Schieke, MDR Kultur - Buch der Woche, 13.09.2016

Το Apollokalypse είναι ένα ογκώδες, γλωσσικά δυνατό και εντέχνως αινιγματικό βερολινέζικο μυθιστόρημα του ποιητή Γκέρχαρντ Φάλκνερ


Ulrich Gutmair, taz, 07.09.2016

Το "Apollokalypse" είναι ένα περίτεχνα δομημένο μυθιστόρημα, το οποίο μέσα από τις περιγραφές των ανθρώπων, την εκφορά του λόγου και τη νοοτροπία τους, αλλά και με τον τρόπο αφήγησης και το ύφος, την προτίμηση σε παραπομπές και τσιτάτα, αναβιώνει μια χαμένη εποχή [...]. Το "Apollokalypse" αποτελεί φόρο τιμής σε έναν καταβυθισμένο κόσμο, το Βερολίνο της όψιμης δεκαετίας του ’70, και των δεκαετιών του ’80 και του ’90.


Bettina Göcmener, B.Z., 06.09.2016

432 σελίδες έχει το μυθιστόρημα "Apollokalypse" – πολύ ακριβές, μεστό στις περιγραφές και γεμάτο λογοτεχνικές νύξεις.


Jens Bisky, Süddeutsche Zeitung, 03.09.2016

Στην Ιστορία της λογοτεχνίας για το Βερολίνο, αυτό το μυθιστόρημα ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο.


Bettina Schulte, Badische Zeitung, 03.09.2016

Ο Γκέρχαρντ Φάλκνερ αποδεικνύει και στο μυθιστόρημά του πως είναι ένας μετρ της γλωσσικής διαστρωμάτωσης. Και των ασυνήθιστων εικόνων. Εκεί που ο ουρανός έχει «ένα πολύ κοντοκουρεμένο γαλάζιο», η λογοτεχνία βρίσκεται κυριολεκτικά στα καλύτερα της.


Gregor Dotzauer, Der Tagesspiegel, 02.09.2016

Με συνειδητά ασυνάρτητο τρόπο συμβαίνουν τα άλματα στην πλοκή κι όμως αυτό το αλλόκοτο Bildungsroman που διαθέτει αίσθηση και του Κωμικού, έχει έναν συναρπαστικό ήχο που όχι μόνο δίνει ρυθμό, αλλά ξεχωρίζει για την παρατηρητική πυκνότητα, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως έξοχο σχολείο της λογοτεχνικής ματιάς ακόμη και για το σημερινό Βερολίνο.


Jörg Magenau, Deutschlandradio Kultur "Buchkritik", 01.09.2016

Το μυθιστόρημα βρίσκεται δικαίως στη μακρά λίστα για το Deutscher Buchpreis (Γερμανικό Βραβείο Λογοτεχνίας). Θα ήταν ένας άξιος νικητής. Η γερμανική λογοτεχνία μπορεί ενίοτε να είναι σπουδαία.


Michael Braun, SR 2 KulturRadio "BücherLese", 31.08.2016

Το μυθιστόρημα του Φάλκνερ διαβάζεται πολύ ευχάριστα, γιατί ο συγγραφέας δε θέλει να εκθέσει με εύπεπτες πολιτικές ερμηνείες τις παραμορφώσεις της διαδικασίας της Επανένωσης, αλλά επικεντρώνεται πλήρως στις εμμονές του ήρωα του, ο οποίος απορροφά τις μητροπολιτικές ενέργειες, και επινοεί μια δική του γλώσσα για την εμπειρία της μεγαλούπολης μέσω των αισθήσεων. Οι εικόνες, όπου τρεμοφέγγει η ποίηση και οι χτυπητές αποτυπώσεις, με τις οποίες ο Φάλκνερ σκιαγραφεί το Βερολίνο και τη Νέα Υόρκη μαρτυρούν μια εντυπωσιακή γλωσσική ικανότητα.


Alexander Kissler, Cicero, 29.08.2016

Ο κόσμος του συγγραφέα Γκέρχαρντ Φάλκνερ, από τον οποίον προέκυψε ύστερα από 30 χρόνια προετοιμασίας το Apollokalypse, το σημαντικότερο γερμανόφωνο μυθιστόρημά αυτού του φθινοπώρου, αν όχι της τελευταίας δεκαετίας, είναι ένας κόσμος αντιθέσεων, χασμάτων και σπινθηρίζουσας γλωσσικής δύναμης. Ένα διαμάντι μας χαρίστηκε, με ανάγλυφα και γωνίες, και συνάμα όμορφο.


Wolfgang Höbel, LiteraturSpiegel, 27.08.2016

Όποιος κάνει τόση φασαρία γύρω από τον χαρακτήρα της αφήγησής του, θα πρέπει να προσφέρει αρκετά στοιχεία που εντυπωσιάζουν. Και πράγματι ο 65-χρονος Γκέρχαρντ Φαλκνερ καταγράφει τη βιογραφία ενός παράτολμου νέου. [...]. Υπάρχουν πολλές ακριβείς προτάσεις που αγγίζουν τον αναγνώστη αυτού του βιβλίου, το οποίο αρέσκεται σε ιστορικές λεπτομέρειες όπως τα στρώματα που γεμίζουν τα πατώματα της δεκαετίας του ’80, αλλά και αρκετές πομπώδεις βροντές. [...]. Είναι το μούδιασμα του κόσμου που το μυθιστόρημα του Γκέρχαρντ Φάλκνερ αφηγείται με τέχνη και χιούμορ.


Bernd Noack, Nürnberger Nachrichten, 19.08.2016

Πρέπει πρώτα κάποιος να συνηθίσει τη γλώσσα στο opus magnum του Φάλκνερ, η οποία είναι διάσπαρτη από σπινθηρίζουσες εικόνες και ευφάνταστους συνειρμούς, που δονείται από λυρισμό και ξεχειλίζει από φιλοσοφία.


Taz

Το "Apollokalypse" είναι ένα μυθολογικό μυθιστόρημα, μια πράξη μαγικού λόγου, ένα ερωτικό άσμα.


      Το σπίτι στην Ντούνκερστρασε, όπου έμενε η Μπίλι στη δεξιά πτέρυγα του τέταρτου ορόφου, ήταν ένα από εκείνα τα χαρακτηριστικά σπίτια στο Πρέντσλαουερ Μπεργκ που οι προσόψεις τους δεν ήταν παρά ενισχυτές του καιρού. Τον ωραίο καιρό τον έκαναν ωραιότερο, τη βροχή ακόμα πιο μελαγχολική. Πάντως έπαιζαν με κάθε καιρό. Με βροχή έπαιζαν τα επιστρωμένα με μέταλλο γείσα των παραθύρων, όπου χτυπούσαν οι σταγόνες, και τα κοχυλοειδή διαζώματα που ξεχείλιζαν, και με ήλιο έπαιζε μια σχεδόν εορταστική λάμψη πάνω στον λεπτό σοβά, ο οποίος στην περιοχή αυτή απαντάται σε ένα ευγενές γκρίζο χρώμα. Από τότε που εισέβαλε η Δύση, με τη χρωματική βαρβατίλα της, κι ένα ένα τα σπίτια παραδίδονταν στην ανακαίνιση, τα εναπομείναντα παρατηρούσαν αυτές τις διαδικασίες στο περιβάλλον τους με μια συγκρατημένη ανατριχίλα μπροστά σε μια τέτοια ξεδιάντροπη πολυχρωμία.
      Όταν έμπαινες σε αυτά τα σπίτια, σε κατόπτευαν μικρά, βουκολικά, γύψινα ανάγλυφα με ξεθωριασμένους ερωτιδείς και βρισκόσουν μπροστά σ’ έναν κόσμο από τοίχους που ξεφλούδιζαν με γκροτέσκο τρόπο. Ό,τι αποκολλιόταν, απολεπιζόταν, ζάρωνε, ξεφλούδιζε, έπεφτε ή ξετυλιγόταν, προερχόταν από το μοναδικό ελαιόχρωμα επί ΛΔΓ, το λαδί, εφόσον η περιγραφή του χρώματος έχει εδώ κάποια σημασία. Στις σχετικές τοποθεσίες, στο Πρέντσλαουερ Μπεργκ για παράδειγμα, ήταν πανταχού παρόν: αριστερά και δεξιά, μέχρι το ύψος των ώμων, πλακάκια και κενά ανάμεσα στα πλακάκια, στη μια πλευρά συνήθως οι σκυθρωπές συστοιχίες φθαρμένων, λαμαρινένιων γραμματοκιβωτίων, που όλα τους είχαν κάποιο τσάκισμα στην άκρη. Κάτω από τα γραμματοκιβώτια, τους σαραβαλιασμένους και σκουριασμένους βετεράνους, βρισκόταν το καφέ χαρτόκουτο για τα πολύχρωμα διαφημιστικά φυλλάδια, που δεν χόρταινε ποτέ. Δίπλα από τη σκάλα, στα δεξιά, το σύνθημα: Δεν χρειαζόμαστε θέρμανση, τα καταφέρνουμε μια χαρά κι έτσι. Στις ίδιες τις σκάλες, επικρατούσε η καθημερινή μονομαχία ανάμεσα στους ξεπεσμένους, τους Ανατολικογερμανούς, και τους ανερχόμενους, τους Δυτικούς.
      Η Μπίλι όμως, με την ιδιαίτερη ζωτικότητά της, ξεπερνούσε όλα όσα σήμαινε στο Βερολίνο η έννοια «μη ανακαινισμένο». Κατά βάθος αγαπάω τους τσαπατσούλικους ανθρώπους λόγω της ορμητικότητας με την οποία ξέρουν να μετατρέπουν αυτό το αίσχος σε σεξουαλική ενέργεια. Από το χάος γεννιέται η ζωή, και η τάξη καταλήγει στον θάνατο, σκεφτόμουν, ενώ κοίταζα ένα μπουκέτο συρρικνωμένων, ύστερα από τόσους μήνες, τριαντάφυλλων, χρώματος τερακότα, που εξείχαν σαν μούμιες από τον σφιχτό λαιμό μιας ιταλικής καράφας κρασιού. Η Μπίλι όχι μόνο θριάμβευε επί της αταξίας, αλλά επιπλέον έλαμπε μέσα της, αγγίζοντας μια φανταστική ανηθικότητα. Pares inter pares. Η τσαπατσουλιά πηγάζει μάλλον από την ίδια αμέριμνη ικανότητα ν’ αφήνεις τον εαυτό σου και το σώμα σου ελεύθερα. Γι’ αυτό κι εκείνη, η τσαπατσουλιά, είναι μια αξιόπιστη πηγή λαγνείας και η τσούλα, εκ του τσαπατσούλα, είναι η πιο πλήρης ενσάρκωση και των δυο. Με αυτά τα δυο συστατικά η Μπίλι έφτιαχνε μια ολόκληρη δραματουργία, από την οποία δεν μπορούσαν να ξεφύγουν ούτε καν οι γυμνοί και αμετακίνητοι τοίχοι, πόσο μάλλον καθετί κινούμενο, εύθραυστο ή αλλοιώσιμο. Ποτέ πια το βιδωτό καπάκι της οδοντόπαστας και το σωληνάριο δεν ξανασυναντιόνταν μετά το πρώτο άνοιγμα και για όσο ήταν σε χρήση, και άλλα τέτοια παρόμοια. Κανένα περιεχόμενο οποιουδήποτε δοχείου δεν αντιστάθηκε ξανά, κι ας ήταν προστατευμένο από το καπάκι του, στην καταστροφική δράση του ήλιου, της ζέστης ή της σκόνης. Τίποτα δεν έβρισκε τον δρόμο της επιστροφής στην κρεμάστρα από την οποία είχε πέσει ή στο κουτί από το οποίο είχε βγει.
      Επιπλέον, υπήρχαν παντού παπούτσια. Αρχέτυπο του γυναικείου κόλπου. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στις σημερινές παπουτσοθήκες των γυναικών, καταλαβαίνει ότι ο κόλπος πάει, τελείωσε. Μόνο η κλειτορίδα έχει επιβιώσει. Εδώ όμως ήταν αφημένα και στοιβαγμένα παντού, προφητικά, αφενός σαν ανοιχτές πληγές, αφετέρου σαν στόματα, κόγχες ή σαν πεινασμένα αιδοία. Εδώ ενσάρκωναν παντομιμικά την ένωση και τη ματαιότητα της ένωσης. Κάθε ζευγάρι το αναγνώριζες από το γεγονός ότι τα μέρη του έπρεπε να έχουν μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ τους από εκείνη που είχαν με οποιοδήποτε άλλο γειτονικό παπούτσι. Η λάμπα στον διάδρομο ήταν ένα καλύτερο κομμάτι γυαλιού, για την ακρίβεια ήταν απλώς ένα κομμάτι γυαλιού και σε καμία περίπτωση καλύτερο. Όταν συνέβαινε να μην κοιτάς το πάτωμα για να δεις πού πατάς, ένιωθες περικυκλωμένος από τοίχους πάνω στους οποίους είχαν αφήσει τις ζωγραφιές τους τα ίχνη της ακολασίας. Εσπρεσιέρες που είχαν εκραγεί, κόκκινο κρασί που είχε φουντάρει από το τραπέζι μαζί με το ποτήρι όποτε η Μπίλι διάλεγε αυτή τη στάση. Κι ανάμεσα σ’ όλα αυτά γρατζουνιές από κάθε λογής εκσφενδονισμένα αντικείμενα. Τα σπασμένα πράγματα γενικά, είτε επρόκειτο για κορνίζες, θρύψαλα από καθρέφτη ή πλάτες καρεκλών, κατείχαν μια εξαιρετικά σπουδαία θέση σε αυτούς τους χώρους. Ίσως ο σκοπός τους να ήταν να καθρεφτίζουν τις ζημιές στην πάντα εύθραυστη άκρη της ηδονής, αυτή την ενότητα που καταλύεται κάθε τόσο, κάθε φορά που τα σώματα ξεκολλούν το ένα από το άλλο και σπάει στα δυο η αγκαλιά. Η κουζίνα, στα μάτια της οποίας ετοιμαζόταν διαρκώς ένας καφές και σπανίως ένα γεύμα, θύμιζε την πορώδη, θαμπή, μαύρη επιφάνεια του βασάλτη ή του τόφου, κάτι που επιτυγχάνεται με απατηλή αληθοφάνεια από το καμένο γάλα και τον στιγμιαίο Mocca fix. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα πράγματα, τα ανέμελα τακτοποιημένα, για να το θέσουμε ήπια, άραζαν τα πεταμένα πουλόβερ, οι παθιασμένα σκισμένες μπλούζες και τα κυριολεκτικά ξετιναγμένα παντελόνια. Σε περίπτωση ανάγκης, βάδιζες διστακτικά ανάμεσα στα εσώρουχα και έφτανες σε μια τουαλέτα που αμέσως σε προσγείωνε, γεμάτη με επιδέξια διασκορπισμένα εμπόδια, κι ύστερα, όταν επέστρεφες, έβρισκες πάλι την Μπίλι, μισοξύπνια, μισοκοιμισμένη, μέσα σ’ αυτή τη διάχυτη, τόσο ξεχωριστή αλλά και ελαφρώς ρημαγμένη ομορφιά, στην οποία την είχες αφήσει λίγα λεπτά πριν.
      «Δεν μπορείς ν’ αφήνεις αυτή την ανοιχτή εργαλειοθήκη στο μπάνιο!» – «Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω», είχε πει την ώρα που κατέρρεε στο κρεβάτι, όπως κάθε φορά που ήταν να πέσει για ύπνο, κι εγώ της είχα απαντήσει: «Η υπερεκτίμηση του εαυτού μας δεν είναι μοίρα, είναι αδίκημα», μια φράση με την οποία είχα κάνει κάποτε έξαλλο και τον Μπίτνερ.
Ετικέτες: APOLLOKALYPSE , Βιβλία