test APOLLOKALYPSE
Menu
Your Cart

APOLLOKALYPSE

APOLLOKALYPSE books
-30 %
APOLLOKALYPSE
Μετάφραση: ΜΑΡΙNΑ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

Μυθιστόρημα, 640 σσ.:
825γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2021
ISBN 978-618-84744-5-1
13,65€
19,50€
Χωρίς ΦΠΑ: 13,65€

«Άγριο, αστείο, αινιγματικό».

Deutschlandfunk Kultur (κρατικό ραδιόφωνο), 01.09.2016


Είκοσι χρόνια δούλευε ο Γκέρχαρντ Φάλκνερ πάνω στο υλικό του μυθιστορήματος Apollokalypse· έργο σύνθετο και πολυεπίπεδο, που συστεγάζει στον τίτλο του τον Απόλλωνα, την Καλυψώ και την Αποκάλυψη, σηματοδοτώντας το τρίπτυχο της Ομορφιάς, της Αποπλάνησης και της Καταστροφής. Με φόντο το Βερολίνο, αλλά και τη Νέα Υόρκη, στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, οι ήρωες του βιβλίου εγκαταλείπουν την πόλη, αλλά και επιστρέφουν πάντοτε σε αυτήν, με τη δράση να αποτυπώνει ανάγλυφα την(πολιτική) ατμόσφαιρα της εποχής, τις ένοπλες επαναστατικές ομάδες, τις μυστικές υπηρεσίες, τη μουσική σκηνή. Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα πυκνή σε μεταφορές και ποιητικές εικόνες, η αφήγηση, σπειροειδής και χειμαρρώδης, αναπτύσσεται μέσα σε ένα κλίμα οργανωμένου χάους, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τη διαρκή ανασύσταση και την απώλεια της ταυτότητας του κεντρικού χαρακτήρα. Η λοξή αυτοπροσωπογραφία του πρωταγωνιστή του, Γκέοργκ Άουτενριτ, δίνει στον Φάλκνερ την αφορμή να αναδείξει τον κατακερματισμένο εαυτό μιας γενιάς και μιας πόλης, το τείχος της οποίας έχει καταρρεύσει.

      Το σπίτι στην Ντούνκερστρασε, όπου έμενε η Μπίλι στη δεξιά πτέρυγα του τέταρτου ορόφου, ήταν ένα από εκείνα τα χαρακτηριστικά σπίτια στο Πρέντσλαουερ Μπεργκ που οι προσόψεις τους δεν ήταν παρά ενισχυτές του καιρού. Τον ωραίο καιρό τον έκαναν ωραιότερο, τη βροχή ακόμα πιο μελαγχολική. Πάντως έπαιζαν με κάθε καιρό. Με βροχή έπαιζαν τα επιστρωμένα με μέταλλο γείσα των παραθύρων, όπου χτυπούσαν οι σταγόνες, και τα κοχυλοειδή διαζώματα που ξεχείλιζαν, και με ήλιο έπαιζε μια σχεδόν εορταστική λάμψη πάνω στον λεπτό σοβά, ο οποίος στην περιοχή αυτή απαντάται σε ένα ευγενές γκρίζο χρώμα. Από τότε που εισέβαλε η Δύση, με τη χρωματική βαρβατίλα της, κι ένα ένα τα σπίτια παραδίδονταν στην ανακαίνιση, τα εναπομείναντα παρατηρούσαν αυτές τις διαδικασίες στο περιβάλλον τους με μια συγκρατημένη ανατριχίλα μπροστά σε μια τέτοια ξεδιάντροπη πολυχρωμία.
       Όταν έμπαινες σε αυτά τα σπίτια, σε κατόπτευαν μικρά, βουκολικά, γύψινα ανάγλυφα με ξεθωριασμένους ερωτιδείς και βρισκόσουν μπροστά σ’ έναν κόσμο από τοίχους που ξεφλούδιζαν με γκροτέσκο τρόπο. Ό,τι αποκολλιόταν, απολεπιζόταν, ζάρωνε, ξεφλούδιζε, έπεφτε ή ξετυλιγόταν, προερχόταν από το μοναδικό ελαιόχρωμα επί ΛΔΓ, το λαδί, εφόσον η περιγραφή του χρώματος έχει εδώ κάποια σημασία. Στις σχετικές τοποθεσίες, στο Πρέντσλαουερ Μπεργκ για παράδειγμα, ήταν πανταχού παρόν: αριστερά και δεξιά, μέχρι το ύψος των ώμων, πλακάκια και κενά ανάμεσα στα πλακάκια, στη μια πλευρά συνήθως οι σκυθρωπές συστοιχίες φθαρμένων, λαμαρινένιων γραμματοκιβωτίων, που όλα τους είχαν κάποιο τσάκισμα στην άκρη. Κάτω από τα γραμματοκιβώτια, τους σαραβαλιασμένους και σκουριασμένους βετεράνους, βρισκόταν το καφέ χαρτόκουτο για τα πολύχρωμα διαφημιστικά φυλλάδια, που δεν χόρταινε ποτέ. Δίπλα από τη σκάλα, στα δεξιά, το σύνθημα: Δεν χρειαζόμαστε θέρμανση, τα καταφέρνουμε μια χαρά κι έτσι. Στις ίδιες τις σκάλες, επικρατούσε η καθημερινή μονομαχία ανάμεσα στους ξεπεσμένους, τους Ανατολικογερμανούς, και τους ανερχόμενους, τους Δυτικούς.
       Η Μπίλι όμως, με την ιδιαίτερη ζωτικότητά της, ξεπερνούσε όλα όσα σήμαινε στο Βερολίνο η έννοια «μη ανακαινισμένο». Κατά βάθος αγαπάω τους τσαπατσούλικους ανθρώπους λόγω της ορμητικότητας με την οποία ξέρουν να μετατρέπουν αυτό το αίσχος σε σεξουαλική ενέργεια. Από το χάος γεννιέται η ζωή, και η τάξη καταλήγει στον θάνατο, σκεφτόμουν, ενώ κοίταζα ένα μπουκέτο συρρικνωμένων, ύστερα από τόσους μήνες, τριαντάφυλλων, χρώματος τερακότα, που εξείχαν σαν μούμιες από τον σφιχτό λαιμό μιας ιταλικής καράφας κρασιού. Η Μπίλι όχι μόνο θριάμβευε επί της αταξίας, αλλά επιπλέον έλαμπε μέσα της, αγγίζοντας μια φανταστική ανηθικότητα. Pares inter pares. Η τσαπατσουλιά πηγάζει μάλλον από την ίδια αμέριμνη ικανότητα ν’ αφήνεις τον εαυτό σου και το σώμα σου ελεύθερα. Γι’ αυτό κι εκείνη, η τσαπατσουλιά, είναι μια αξιόπιστη πηγή λαγνείας και η τσούλα, εκ του τσαπατσούλα, είναι η πιο πλήρης ενσάρκωση και των δυο. Με αυτά τα δυο συστατικά η Μπίλι έφτιαχνε μια ολόκληρη δραματουργία, από την οποία δεν μπορούσαν να ξεφύγουν ούτε καν οι γυμνοί και αμετακίνητοι τοίχοι, πόσο μάλλον καθετί κινούμενο, εύθραυστο ή αλλοιώσιμο. Ποτέ πια το βιδωτό καπάκι της οδοντόπαστας και το σωληνάριο δεν ξανασυναντιόνταν μετά το πρώτο άνοιγμα και για όσο ήταν σε χρήση, και άλλα τέτοια παρόμοια. Κανένα περιεχόμενο οποιουδήποτε δοχείου δεν αντιστάθηκε ξανά, κι ας ήταν προστατευμένο από το καπάκι του, στην καταστροφική δράση του ήλιου, της ζέστης ή της σκόνης. Τίποτα δεν έβρισκε τον δρόμο της επιστροφής στην κρεμάστρα από την οποία είχε πέσει ή στο κουτί από το οποίο είχε βγει.
       Επιπλέον, υπήρχαν παντού παπούτσια. Αρχέτυπο του γυναικείου κόλπου. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στις σημερινές παπουτσοθήκες των γυναικών, καταλαβαίνει ότι ο κόλπος πάει, τελείωσε. Μόνο η κλειτορίδα έχει επιβιώσει. Εδώ όμως ήταν αφημένα και στοιβαγμένα παντού, προφητικά, αφενός σαν ανοιχτές πληγές, αφετέρου σαν στόματα, κόγχες ή σαν πεινασμένα αιδοία. Εδώ ενσάρκωναν παντομιμικά την ένωση και τη ματαιότητα της ένωσης. Κάθε ζευγάρι το αναγνώριζες από το γεγονός ότι τα μέρη του έπρεπε να έχουν μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ τους από εκείνη που είχαν με οποιοδήποτε άλλο γειτονικό παπούτσι. Η λάμπα στον διάδρομο ήταν ένα καλύτερο κομμάτι γυαλιού, για την ακρίβεια ήταν απλώς ένα κομμάτι γυαλιού και σε καμία περίπτωση καλύτερο. Όταν συνέβαινε να μην κοιτάς το πάτωμα για να δεις πού πατάς, ένιωθες περικυκλωμένος από τοίχους πάνω στους οποίους είχαν αφήσει τις ζωγραφιές τους τα ίχνη της ακολασίας. Εσπρεσιέρες που είχαν εκραγεί, κόκκινο κρασί που είχε φουντάρει από το τραπέζι μαζί με το ποτήρι όποτε η Μπίλι διάλεγε αυτή τη στάση. Κι ανάμεσα σ’ όλα αυτά γρατζουνιές από κάθε λογής εκσφενδονισμένα αντικείμενα. Τα σπασμένα πράγματα γενικά, είτε επρόκειτο για κορνίζες, θρύψαλα από καθρέφτη ή πλάτες καρεκλών, κατείχαν μια εξαιρετικά σπουδαία θέση σε αυτούς τους χώρους. Ίσως ο σκοπός τους να ήταν να καθρεφτίζουν τις ζημιές στην πάντα εύθραυστη άκρη της ηδονής, αυτή την ενότητα που καταλύεται κάθε τόσο, κάθε φορά που τα σώματα ξεκολλούν το ένα από το άλλο και σπάει στα δυο η αγκαλιά. Η κουζίνα, στα μάτια της οποίας ετοιμαζόταν διαρκώς ένας καφές και σπανίως ένα γεύμα, θύμιζε την πορώδη, θαμπή, μαύρη επιφάνεια του βασάλτη ή του τόφου, κάτι που επιτυγχάνεται με απατηλή αληθοφάνεια από το καμένο γάλα και τον στιγμιαίο Mocca fix. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα πράγματα, τα ανέμελα τακτοποιημένα, για να το θέσουμε ήπια, άραζαν τα πεταμένα πουλόβερ, οι παθιασμένα σκισμένες μπλούζες και τα κυριολεκτικά ξετιναγμένα παντελόνια. Σε περίπτωση ανάγκης, βάδιζες διστακτικά ανάμεσα στα εσώρουχα και έφτανες σε μια τουαλέτα που αμέσως σε προσγείωνε, γεμάτη με επιδέξια διασκορπισμένα εμπόδια, κι ύστερα, όταν επέστρεφες, έβρισκες πάλι την Μπίλι, μισοξύπνια, μισοκοιμισμένη, μέσα σ’ αυτή τη διάχυτη, τόσο ξεχωριστή αλλά και ελαφρώς ρημαγμένη ομορφιά, στην οποία την είχες αφήσει λίγα λεπτά πριν.
       «Δεν μπορείς ν’ αφήνεις αυτή την ανοιχτή εργαλειοθήκη στο μπάνιο!» – «Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω», είχε πει την ώρα που κατέρρεε στο κρεβάτι, όπως κάθε φορά που ήταν να πέσει για ύπνο, κι εγώ της είχα απαντήσει: «Η υπερεκτίμηση του εαυτού μας δεν είναι μοίρα, είναι αδίκημα», μια φράση με την οποία είχα κάνει κάποτε έξαλλο και τον Μπίτνερ.
Ετικέτες: APOLLOKALYPSE , Βιβλία