test ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΜΕΝΟΥ ΕΒΡΑΪΚΟΥ ΛΑΟΥ
Menu
Your Cart

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΜΕΝΟΥ ΕΒΡΑΪΚΟΥ ΛΑΟΥ

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΜΕΝΟΥ ΕΒΡΑΪΚΟΥ ΛΑΟΥ Βιβλία
-10 %
ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΜΕΝΟΥ ΕΒΡΑΪΚΟΥ ΛΑΟΥ
Μετάφραση: ΚΩΣΤΑΣ ΒΡΑΧΝΟΣ
Επίμετρο: ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Ποίηση, 151σσ.:
245γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2022
ISBN 978-618-86331-0-0
12,15€
13,50€
Χωρίς ΦΠΑ: 12,15€
Το «Άσμα του σφαγιασμένου εβραϊκού λαού» είναι το σημαντικότερο επικό ποίημα που γράφτηκε στην περίοδο της θανάτωσης των Εβραίων της Ευρώπης. Η σύνθεσή του ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1943. Χειρόγραφες μεταγραφές του διασώθηκαν μυθιστορηματικά, σε μπουκάλια θαμμένα στο πάρκο της πόλης Βιττέλ ή στο χερούλι μιας βαλίτσας. Λίγους μήνες αργότερα, στο Άουσβιτς, ο ποιητής, μαζί με τον μεγάλο του γιο Τσβι, θα ακολουθήσουν την τραγική μοίρα του λαού τους στα χρόνια του ναζισμού. Είχε προηγηθεί ο χαμός της συζύγου του Χάνα και των δύο μικρότερων γιών του, Μπένσιον και Γιόμελε. Η ανείπωτη τραγωδία, οικογενειακή και συλλογική ταυτόχρονα, ερημώνει εσωτερικά τον ποιητή. Έχοντας πλήρη επίγνωση, προσπαθεί να αρθρώσει λόγο για όσα βιώνει και συγχρόνως νιώθει την υποχρέωση να σιωπήσει. Ο Κατσνέλσον εξεγείρεται. Πώς μπορεί ο Θεός να συνυπάρχει με την Τρεμπλίνκα; Όμως και μια ζωή δίχως Θεό μοιάζει αβίωτη. Το ρίγος που διαπερνά τον αναγνώστη του άσματος ενεργοποιείται όχι από την αισθητική, αλλά από την άμεση επαφή του με τη φρίκη.



Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, Οι λέξεις φωνάζουν «αναγνώστη, βοήθεια», “Η Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα ”, 13.03.2023

Τούτο το μικρό βιβλίο, με τα δεκαπέντε τραγούδια θανάτου, δεν συνιστά βιβλίο. Κανονικά δεν θα έπρεπε να εκδοθεί, να διαβαστεί ή να σχολιαστεί όπως τα υπόλοιπα βιβλία που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Είναι περισσότερο σήματα καπνού ή ένα μήνυμα στη θάλασσα. Άλλωστε το χειρόγραφό βρέθηκε σ’ ένα γυάλινο μπουκάλι, θαμμένο στη σκιά ενός πεύκου. Ήταν η εποχή που έκαιγαν ανθρώπους και όχι δέντρα. 


ΠΡΩΤΟ ΑΣΜΑ   Τραγούδα!


1  «Τραγούδα! Πάρε στα χέρια την άρπα, ελαφριά και κούφια,
και στις λεπτές χορδές της βάλε τα βαριά σου δάχτυλα,
σαν πονεμένες καρδιές, και το άσμα το τελευταίο τραγούδα,
τραγούδα για τους τελευταίους Εβραίους σε χώμα ευρωπαϊκό».

2  «Πώς να τραγουδήσω; Πώς ν’ ανοίξω το στόμα,
έτσι που απόμεινα ολότελα μονάχος,
η γυναίκα μου, τα δυο παιδάκια μου – φρίκη!
Φρίκη... Κάποιος κλαίει! Ακούω μακριά ένα κλάμα...»

3  «Τραγούδα, τραγούδα! Ύψωσε την πένθιμη, σπασμένη σου φωνή,
ψάξε! Ψάξε Τον ψηλά, εάν είν’ ακόμα εκεί,
και τραγούδα...Τραγούδα Του το τελευταίο άσμα του τελευταίου Εβραίου,
που έζησε, άταφος πέθανε και δεν υπάρχει πια...»

4  «Πώς να τραγουδήσω; Πώς να σηκώσω το κεφάλι;
Πήραν τη γυναίκα, τον Μπέντσιον και τον μικρό μου Γιόμελε – ένα παιδάκι.
Δεν είναι πια εδώ κοντά μου, κι ωστόσο ποτέ τους δεν μ’ αφήνουν!
Ω σκοτεινές σκιές των πιο φωτεινών μου όντων! Ω κρύες σκιές, τυφλές!»

5  «Τραγούδα, τραγούδα για στερνή φορά πάνω στη γη,
ρίξε πίσω το κεφάλι, στύλωσε πάνω Του τα μάτια σου,
τραγούδα Του για τελευταία φορά, παίξ’ Του την άρπα σου:
δεν υπάρχουν πια Eβραίοι! Σφαγιάστηκαν, δεν έμεινε κανείς!»

6  «Πώς να τραγουδήσω; Πώς να σηκώσω το κεφάλι
με τα μάτια θολά; Έχω ένα δάκρυ στο μάτι παγωμένο...
θέλει να πέσει, θέλει να κυλήσει,
μα, Θεέ μου, Θεέ μου, δεν μπορεί...!»

7  «Τραγούδα, τραγούδα... Σήκωσε το βλέμμα στους ψηλούς, τυφλούς ουρανούς,
σαν να υπήρχε ’κεί πάνω ένας Θεός... Γνέψε, γνέψε Του
σαν να μας έφεγγε από ’κεί πάνω κάποια μεγάλη ευτυχία!
Κάθισε στα ερείπια του σφαγιασμένου σου λαού και τραγούδα!»

8  «Πώς να τραγουδήσω τώρα που ο κόσμος για μένα ερήμωσε;
Πώς να παίξω μουσική με τσακισμένα χέρια;
Πού ’ναι οι νεκροί μου; Θεέ, γυρεύω τους νεκρούς μου σε κάθε ακαθαρσία,
σε κάθε σωρό από στάχτη: Ω, πείτε μου, πού είστε!»

9  Φωνάξτε μέσα από κάθε άμμο, κάτω από κάθε πέτρα,
φωνάξτε μέσα απ’ τη σκόνη, τη φωτιά, τον καπνό,
είναι το αίμα κι ο χυμός, είναι το μεδούλι των οστών σας,
είναι η σάρκα και η ζωή σας! Βγάλτε φωνή, φωνάξτε δυνατά!

10  Φωνάξτε μέσ’ απ’ τα σπλάχνα των θηρίων στο δάσος, μέσ’ απ’ τα ψάρια στη λίμνη
που σας φάγανε! Φωνάξτε μέσ’ από τους φούρνους, φωνάξτε, μικροί και μεγάλοι,
θέλω μια στριγκλιά, μια πονεμένη κραυγή, μια φωνή, μια φωνή από εσάς,
φώναξε, σφαγιασμένε εβραϊκέ λαέ! Φώναξε δυνατά!

11  Μη φωνάζεις τ’ ουρανού, σ’ ακούει όσο κι η γη, ο κοπρώνας τούτος.
Μη φωνάζεις του ήλιου, μη μιλάς σε μια λάμπα... Ω, να μπορούσα
να σβήσω τον ήλιο όπως σβήνουν μια λάμπα σ’ ένα άντρο ληστών!
Λαέ μου, ’σύ έλαμπες πιο πολύ και από τον ήλιο!

12  Ω λαέ μου, φανερώσου, αποκαλύψου μου, ύψωσε τα χέρια,
σήκω απ’ τους βαθιούς, χιλιόμετρα, γεμάτους λάκκους,
κάτω από σωρούς καλυμμένος ασβέστη, αποτεφρωμένος,
σήκω, σήκω! Ανέβα απ’ το τελευταίο, το πιο βαθύ επίπεδο!

13  Ελάτε όλοι, από την Τρεμπλίνκα, το Σομπίμπουρ, το Άουσβιτς,
ελάτε απ’ το Μπέλζετς, ελάτε απ’ το Πόναρ, από παντού, παντού, ελάτε,
με βαθουλωμένα μάτια, με παγωμένες κραυγές δίχως λαλιά,
ελάτε μέσ’ απ’ τους βάλτους, απ’ τους βούρκους βαθιά, απ’ τα σάπια βρύα.

14 Ελάτε, ξεραμένοι, αλεσμένοι, θρυμματισμένοι, σταθείτε όρθιοι,
κάντε έναν μεγάλο κύκλο γύρω μου, ένα πελώριο δαχτυλίδι–
παππούδες, γιαγιάδες, μανάδες με τα παιδιά στην αγκαλιά–
ελάτε, οστά εβραϊκά, μέσ’ απ’ τη σκόνη, απ’ τη σαπουνόσκονη.

15  Φανερωθείτε, εμφανιστείτε μπροστά μου, ελάτε, ελάτε,
θέλω όλους να σας δω, θέλω να σας κοιτάξω, θέλω
να ρίξω μια βουβή ματιά στον σφαγιασμένο μου λαό,
και να τραγουδήσω... ναι... πιάνω την άρπα και παίζω!


3-5.Χ.1943