267γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2025
ISBN 978-618-5855-07-9
Σ υ ν έ ν τ ε υ ξ η, α π ό γ ε υ μ α, λ ί γ α λ ε π τ ά μ ε τ ά τ ι ς π έ ν τ ε, Τ ρ ί τ η,
1 5 Α π ρ ι λ ί ο υ 1 9 9 7
Χ. Κ. Τόση ώρα όλο για τη ζωγραφική μού μιλάς. Ξεστρατίζω την κουβέντα μας και πάλι εκεί τη γυρίζεις.
να ξεκουραστεί. Τότε μόνο κοίταξε πίσω.
Μ. Μ. Με ρώτησες στην αρχή να σκεφτώ να σου απαντήσω τι είναι ένας ζωγράφος,
όπως τι είναι ένα ψυγείο, πώς λειτουργεί, τι κάνει.
Χ. Κ. Είναι γραμμένο στην κασέτα τι είπες.
Μ. Μ. Κι εγώ σου λέω… Πάρε πίσω την ερώτηση, είναι σαν να μην την έκανες ποτέ, ούτε καν την άκουσα.
Χ. Κ. Καλά, τότε πες μου μια εικόνα από τα παιδικά σου χρόνια, την πρώτη που σου ’ρχεται στο μυαλό.
Μ. Μ. Αυλή στο σχολείο, Δημοτικό Νέου Κόσμου, στην άκρη, στο τέλος του οικοπέδου, κολλητά με την πολυκατοικία,
και εκεί που τελειώνει το τσιμεντένιο δάπεδο ξεκινάνε τρία φαρδιά σκαλοπάτια ή τέσσερα, γύρω στα τριάντα μέτρα μήκος, φαντάσου κάτι σαν κερκίδες, και μετά, μέχρι τον τοίχο της οικοδομής, μια λωρίδα χώμα και φυτεμένα όχι
μακριά το ένα από το άλλο πευκάκια σε σειρές. Φυτεμένα όλα μαζί πρέπει να ’τανε κι αυτό το λέγαμε… Δεν θυμάμαι… Ένα δασάκι, ένα δασάκι τσέπης, αλλά τότε φάνταζε μεγάλο. Το τέλος της τρεχάλας στο διάλειμμα.
Και θυμάμαι τους λεπτούς κορμούς, τα εξογκώματα, την άγρια υφή, ανάγλυφη… Γερμένα όλα προς την ίδια μεριά… Το χρώμα, που αλλού μαύριζε, αλλού άνοιγε. Άλλα έγερναν λιγότερο, άλλα μόλις που άρχιζαν να γέρνουν…
Και η σκιά… Πάντα είχε σκιά από τον τοίχο που υψωνόταν τέσσερα πέντε πατώματα.
Μ. Μ. Τα έχω σχεδιάσει με μολύβι σε κάτι χαρτιά. Τα βρήκα τυχαία κι έτσι θυμήθηκα την εικόνα.
Χ. Κ. Από εκεί είναι η σειρά με τους κορμούς; Τα τελευταία σου;
Μ. Μ. Οι κομμένοι κορμοί, ναι. Κυκλικά κομμένα χαρτόνια πάνω σε φελλό, σε σειρά το ένα δίπλα στο άλλο, μονοχρωμία, ακρυλικό. Όπως τους βλέπεις, να θυμίζουν την επιφάνεια του πεσμένου δέντρου, η φόρμα να γεννάει την ιδέα του. Και όλη η σύνθεση πάνω σε δερματίνη καλά τεντωμένη στο ξύλινο κάδρο. Να μην πούμε άλλα. Μόνο πως έχω γυρίσει την πλάτη στην παραστατικότητα και πίνω στην υγειά της για όσο μείναμε μαζί. Αυτό φτάνει.
Χ. Κ. Πίνω κι εγώ σε ό,τι πίνεις. Πίσω στην αυλή του σχολείου τώρα… Τι άλλο φαίνεται από το δασάκι που το έκανες φέτες;
Μ. Μ. Δεν θα σ’ αρέσει, όπως δεν άρεσε και σ’ εμένα. Η κυρία Νύχτα, δασκάλα −και δεν ήταν παρατσούκλι−, στεγνή, μεγάλη, με έναν βαμμένο καφετή κότσο σαν περασμένο με λούστρο κι ένα φουστάνι με πράσινα και κόκκινα λαχούρια, φωνάζει την τάξη της να μαζευτεί σε κύκλο. Τρέχουν και άλλα παιδιά. Κοιτάω προς τα εκεί με το χέρι μου στον κορμό του πεύκου που έχω για δικό μου, δεν τρέχω κάτω με τους άλλους. Βλέπω ένα κορίτσι στη μέση του κύκλου, δεν θυμάμαι ποιο είναι, και τα χέρια της στρίγκλας να φωνάζει κραδαίνοντας τον χάρακα: Θα σου μάθω εγώ να βγάζεις γλώσσα! Φτύστε τη, βρε! Τι κοιτάτε; Άντε! Και να πηγαίνει γύρω γύρω, να κλείνει ο κύκλος κι εγώ στις μύτες. Να ανοίγει, να μετακινείται, να διαλύεται, να μένουν όσοι και όσες το κάνουν και να σκορπίζουν έπειτα.
Χ. Κ. Σειρά μου, αν μου επιτρέπεις. Βόλτα στην Αθήνα, απόγευμα, χειμώνας, κρατάω τον πατέρα μου απ’ το χέρι. Το συνήθιζε, με το λεωφορείο πάντα. Από τη Σπάρτης στα Πατήσια. Στρίβουμε από τη Σταδίου στη Χρήστου Λαδά. Απέναντι από την εκκλησία του Αϊ-Γιώργη του Καρύτση. Μη μου βάλεις άλλο, να πιω αυτό πρώτα. Μπαίνουμε στην αίθουσα του Παρνασσού. Ανεβαίνουμε την ξύλινη σκάλα και μπαίνουμε στη μεγάλη αίθουσα. Ο πατέρας μου πιάνει κουβέντα, παίρνει τον κατάλογο κι εγώ αρχίζω να περπατάω κοιτώντας τους πίνακες − κουμπωμένο το παλτό μου μέχρι τον λαιμό. Με φωνάζει, μου το ξεκουμπώνει, μου το βγάζει και μου το δίνει να το κρατάω. Γεμάτοι οι τοίχοι με πίνακες, πολύ μικρά τα κενά ανάμεσά τους με κάτι τόσες δα τρύπες. Όλος ο τοίχος, από πάνω μέχρι κάτω.
Μ. Μ. Ναι, ξέρω, και στα δισκάδικα είχε, εκεί που έμπαινες να ακούσεις αυτό που διάλεξες. Για μονωτικό το είχαν.
Χ. Κ. Ούτε ξέρω, μπορεί. Μόνο εκεί το είχα δει εγώ. Ο πατέρας γυρίζει και μιλάει με έναν και ακούγονται τα γέλια τους. Εννιά δέκα χρονών ήμουνα. Σιγουρεύομαι πως είναι ακόμα εκεί. Έχει λίγο κόσμο μέσα, μεγάλοι άνθρωποι, κάτι ζευγάρια, δυο τρεις σε διάφορα σημεία, άλλοι περπατάνε, άλλοι σκύβουν να δουν καλύτερα ένα τελάρο, άλλοι απομακρύνονται. Τοίχοι γεμάτοι, κατάφορτοι, όλα σε κορνίζες, να χορταίνει το μάτι. Συλλογική έκθεση Παρνασσού και ο πατέρας μου, φιλότεχνος, αγόραζε μέχρι να γεμίσει τη σαλοτραπεζαρία μας. Γελάς, ε;
Μ. Μ. Δεν ήταν ακριβοί τότε, έβρισκες με μερικές χιλιάδες δραχμές. Μιλάς για τριάντα χρόνια πίσω.
Χ. Κ. Και όλες αυτές οι επισκέψεις έχουν γίνει μία στο μυαλό μου. Πανόραμα θεμάτων, απόδοση της φύσης −και όχι μόνο− με χρώματα κι άλλα χρώματα, άλογα να πίνουν νερό σε λίμνη, άλογα να βοσκούν, άλογα να καλπάζουν, αλλά και πιατέλες με φρούτα, φράουλες και μήλα, λήκυθοι, βάζα με λουλούδια −πόσα λουλούδια!−, και γυναίκες, πολλές γυναίκες, σπουδή σε γυμνό, κι άλλο μισόγυμνο, κρουστή σάρκα, πινελιά την πινελιά, ένας στρατηγός να σε κοιτάει κατάματα, ένας Εσταυρωμένος να αιωρείται στο έρεβος και να είναι έτσι ολόφωτος, και θαλασσογραφίες, τρικυμίες, νηνεμίες, ένα χωριό σε μια πλαγιά. Σαν να έχωνα το χέρι μου στη χαρτοσακούλα και να μπουκωνόμουνα λουκούμια.
Μ. Μ. Οι πεινασμένες ψυχές φεύγουν πεινασμένες.
Χ. Κ. Ζούσαν οικογένειες από αυτά τα χρήματα. Αγόραζε τέχνη ο κόσμος, έτσι έλεγαν τότε. Την επομένη δεν θυμόταν τίποτα. Εγώ, είδες, μέχρι σήμερα. Σίγουρα δεν έκανες τέτοιες βόλτες με τον πατέρα σου;
Μ. Μ. Όχι, βόλτες μαζί του σαν παιδί ποτέ.
Χ. Κ. Είχατε πίνακες στο σπίτι;
Μ. Μ. Δεν θυμάμαι. Έλα, πιες.
Χ. Κ. Βάλε, ναι. Φτάνει.