test ΚΥΜΑΤΑ
Menu
Your Cart

ΚΥΜΑΤΑ

ΚΥΜΑΤΑ Βιβλία
-10 %
ΚΥΜΑΤΑ

Μυθιστόρημα, 216 σσ.: 12.50 x 19,70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2020
ISBN 978-618-84744-3-7
12,60€
14,00€
Χωρίς ΦΠΑ: 12,60€

«…Ο Κάιζερλινγκ ξέρει να περιγράψει ένα καλοκαιρινό απόγευμα έτσι, ώστε, καθώς η λάμψη του ήλιου δίνει τη θέση του στο λυκόφως, έχεις την αίσθηση μιας ολόκληρης ζωής».

Έρμαν Έσσε.


Η ωραία Ντοραλίς, που έχει εγκαταλείψει τον ηλικιωμένο σύζυγό της, κόμη Κένε-Γιάσκι, χάρη του νεαρού ζωγράφου Χανς Γκριλ, παραθερίζει σε θέρετρο των ακτών της Βαλτικής. Κοντά στην κατοικία των δυο εραστών, στη βίλα Μπούλενκρουγκ, η σύζυγος του στρατηγού Φον Πάλικο συγκεντρώνει για το καλοκαίρι την πολυμελή οικογένειά της. Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να συγχωρήσει στην κόμησσα το σκάνδαλο που έχει προκαλέσει σ τους κύκλους τους. Ωστόσο, ο νεαρός ανθυπολοχαγός των Ουσάρων και μέλλων γαμπρός των Φον Πάλικο, ο Χίλμαρ, ερωτεύεται σφοδρά την Ντοραλίς. Το φως, οι αποχρώσεις των τοπίων ορίζουν την ιμπρεσιονιστική εικονοποιία του Κάιζερλινγκ, που σκιαγραφεί με λεπτότητα τις ψυχικές πτυχές και τις σχέσεις των ηρώων της αριστοκρατικής τάξης (του) καθώς παρακμάζει στο γύρισμα του 20ού αιώνα, στο «fin de siècle». Τα Κύματα (1911) θεωρούνται το αντιπροσωπευτικότερο μυθιστόρημα του Κάιζερλινγκ, ο οποίος επαινέθηκε από τον Ρίλκε ή τον Τόμας Μαν: «Με τη μελαγχολική του ειρωνεία, η ελαφρότητα, η χάρη, το αίσθημα καθήκοντος της αριστοκρατίας γίνονται υψηλή τέχνη»..



Άγης Αθανασιάδης, Κύματα, “librofilo.blogspot.com”, 31.08.2021.

Οι περιγραφές είναι εκπληκτικές αλλά εκείνο που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη είναι οι συζητήσεις για τις ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις, για την ψυχολογία των χαρακτήρων, την βαθιά κι ενδελεχή προσέγγιση στα θέματα της μοναξιάς, του έρωτα, των ενοχών, την αναζήτηση της ηρεμίας και της ευτυχίας..


Έμυ Ντούρου, Κύματα: Η Βαλτική των αρχών του 20ου αιώνα μέσα από το βλέμμα του Έντουαρντ Φον Κάιζερλινγκ, Documento.gr, 30.07.2021.

Το μυθιστόρημα διαθέτει ζωντανές περιγραφές δίνοντας την αίσθηση στον αναγνώστη ότι μπροστά του ξετυλίγεται ένα πολύχρωμο ταμπλό βιβάν. Οι περιγραφές του Κάιζερλινγκ, με λέξεις προσεκτικά επιλεγμένες, μοιάζουν με τα κύματα του τίτλου. Παρότι φαινομενικά η ιστορία δεν έχει έντονη δράση οι αλλαγές που συντελούνται εσωτερικά είναι καταιγιστικές. Ο Κάιζερλινγκ εξετάζει σε βάθος τις ανθρώπινες σχέσεις∙ την αναζήτηση της ευτυχίας, τον έρωτα, τον ορισμό της αγάπης, τη ζήλια, την αυτοεκτίμηση. Κυρίως όμως τον απασχολεί η ατομική ελευθερία και ο περιορισμός της από τις κοινωνικές συμβάσεις στους κύκλους των ευγενών την εποχή που ο θεσμός της αριστοκρατίας πνέει τα λοίσθια.


Κώστα Αθανασίου, Ζωές στα όρια, “ΤΑ ΝΕΑ / Βιβλιοδρόμιο”, 24.04.2021.

Με χαμηλούς τόνους και λεπτές αποχρώσεις, ο συγγραφέας φιλοτεχνεί με την κομψή γραφή του τις ψυχολογικές διαδρομές των πρωταγωνιστών του, και ειδικά το πώς μεταλλάσσεται διαρκώς η δύσκολη σχέση ανάμεσα στην Ντοραλίς και τον ζωγράφο σύζυγό της: «δεν έμοιαζε η αγάπη με μια κατάσταση που συνδέει δύο ανθρώπους για να βασανίζουν ο ένας τον άλλο;»..


Μαρία Λιάκου, Ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, έχουμε την ελευθερία να δεσμεύουμε τον εαυτό μας, “Fractalart.gr”, 21.07.2020.

Ο συγγραφέας είναι λάτρης της εικόνας και κερδίζει τον αναγνώστη. Το κείμενο διαβάζεται ευχάριστα. Έχει μια λεπτή ειρωνεία, χιούμορ αλλά και διεισδυτική παρατήρηση. Στα συν της γραφής και η απουσία ερμηνείας των χαρακτήρων από τον συγγραφέα. Οι αναφορές στην παρακμή της αριστοκρατίας και η δημιουργία σχέσεων ακόμα και ερωτικών από άλλες κοινωνικές τάξεις αποτυπώνονται με ενδιαφέρον και με ένα πνεύμα ελευθερίας..


Florian Illies, Die Zeit, 29.08.2018.

Όλη η ένταση και η ενέργεια μετατοπίζεται στη γλώσσα [...] εκεί κορυφώνονται τα αισθήματα και στην αποτύπωση της φύσης τρεμοπαίζουν οι επιθυμίες. Στα Κύματα […] περιγράφεται το πώς μερικές φορές η εκπλήρωση των πόθων είναι αυτή που φέρνει τη μεγαλύτερη δυστυχία […]ο Κάιζερλινγκ γίνεται ο μεγάλος αντι-ουτοπιστής της γερμανικής λογοτεχνίας πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Και το έργο του πραγματική αβάν-γκαρντ..


Martin Mosebach, Frankfurter Allgemeine Zeitung, 25.04.1998.

Στο μυθιστόρημά του Κύματα που κυκλοφόρησε το 1911, ο Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ δημιουργεί ένα απαράμιλλο σκηνικό: τοποθετεί την αφήγηση τρόπον τινά στην άκρη του σύμπαντος, σε μια λωρίδα λευκής άμμου, επάνω από την οποία μοιάζει να υψώνεται σαν πύργος η θάλασσα ενωμένη με τον ουρανό. Οι χαρακτήρες του βιβλίου κινούνται σαν μαριονέτες επάνω σε ένα μπαλκόνι με θέα το σύμπαν..


Christoph Schröder, Deutschlandfunk, 01.03.2020.

H αφηγηματική δεξιοτεχνία του Κάιζερλινγκ φαίνεται κιόλας από τις πρώτες σελίδες, όπου η οπτική γωνία μετατοπίζεται διακριτικά ανάμεσα στους χαρακτήρες. […] Μέσα σε λίγες προτάσεις μπορούμε να αντιληφθούμε ολόκληρες βιογραφίες..


M.A. Orthofer, The Complete Review, 16.02.2019.

Υπάρχει μεγάλη δόση προοικονομίας στα Κύματα, η αφήγηση μοιάζει σε μεγάλο βαθμό απλή και άμεση, όμως στην πραγματικότητα προκύπτει μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα: σε αντίθεση με τον [πρωταγωνιστή του βιβλίου] Χανς, ο Κάιζερλινγκ καταφέρνει να δημιουργήσει πολλαπλά επίπεδα με τις αβίαστες, φαινομενικά επιφανειακές πινελιές του..


Florian Illies, Die Zeit, 25.06.2009.

Πώς θα μπορούσε κανείς, στην αρχή του αιώνα της ουτοπίας, να γράψει ένα βιβλίο πιο αριστοτεχνικό και διορατικό, ιστορικά και ανθρωπολογικά, αν δεν ξεσκέπαζε όλες αυτές τις ουτοπίες στις πρώτες κιόλας σελίδες; Κύματα ή πώς η «ελευθερία» –όσο αυτή παραμένει εντός εισαγωγικών– οδηγεί στην απομόνωση. Έτσι ξεκινάει ο 20ός αιώνας για τον Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ..


«Έχεις απόλυτο δίκιο», είπε η Ντοραλίς για να τον καλοπιάσει. «Ίσως να με κουράζει το ότι δεν υπάρχει καμία δέσμευση. Σε εμάς στην ύπαιθρο, όταν έρχεται η συγκομιδή της σίκαλης, πίσω από τους θεριστές προχωρούν κορίτσια που δένουν τα στάχυα σε δεμάτια. Αυτό είναι πολύ κοπιαστικό. Για να κουράζονται λιγότερο, δένουν μαντίλια πολύ σφιχτά γύρω από τη μέση τους. Έτσι έκαναν εκεί, και μάλλον τώρα που εμένα δεν με δένει τίποτα…»
«Ανοησίες», τη διέκοψε ο Χανς. «Δεν βλέπω γιατί κάνεις συγκρίσεις με το εκεί, αφού δεν μιλάμε για αυτό».
«Όχι, δεν μιλάμε για το εκεί », επανέλαβε η Ντοραλίς.
Πέρασαν μπροστά από το σπιτάκι του ακτοφύλακα. Από το ανοιχτό παράθυρο ακούγονταν μια δυνατή αντρική φωνή και μια γυναικεία, που απαντούσε σε έντονο, επιπληκτικό τόνο. Κάτω στην παραλία στεκόταν ο μυστικοσύμβουλος Κνοσπέλιους, μια μικρόσωμη, παράξενα κυρτωμένη φιγούρα. Στεκόταν τόσο κοντά στο νερό, που η κακάσχημη σκιά του κολυμπούσε μέσα στα κύματα. Μόλις ο Χανς και η Ντοραλίς πλησίασαν, εκείνος χαιρέτησε, έβγαλε τον παναμά του με πολύ βαθιά κλίση του κεφαλιού, τα γκρίζα του μαλλιά κυμάτισαν στον άνεμο, χαμογέλασε, και το συμμετρικό, σπανό πρόσωπό του έγινε όμοιο με το μεγάλο, χλωμό πρόσωπο ενός αγοριού. «Καλησπέρα», είπε ο Χανς. Ο μυστικοσύμβουλος γέλασε αθόρυβα, σχεδόν από μέσα του, κι έδειξε με ένα αξιοπρόσεκτα μακρύ, αδύνατο δάχτυλο το σπίτι του ακτοφύλακα.
«Τσακώνονται πάλι», σχολίασε ο Χανς.
«Εδώ υπάρχει πάντα έντονη δραστηριότητα», αποκρίθηκε ο μυστικοσύμβουλος αινιγματικά, «δουλεύουν για τα προς το ζην μέχρι να βαρύνουν τα βλέφαρά τους. Μου αρέσουν αυτοί οι ήχοι».
«Ναι, χμ, καλό βράδυ», είπε ο Χανς, και συνέχισαν το περπάτημα.
«Τι είπε;» ρώτησε η Ντοραλίς φοβισμένη. Ο Χανς ανασήκωσε τους ώμους.
«Μάλλον είναι τρελός. Τέτοια μικρά τέρατα είναι συνήθως λίγο τρελά. Τον γνωρίζεις, λοιπόν;»
H Ντοραλίς συλλογίστηκε. «Ασφαλώς τον γνωρίζω. Θυμάμαι, ήταν μια μεγάλη παρέα, ήταν αργά, όλοι είχαν κουραστεί και περίμεναν τις άμαξες. Ξαφνικά κάθισε δίπλα μου αυτός ο μικρόσωμος άντρας. Τα πόδια του δεν έφταναν στο έδαφος και κρέμονταν από την καρέκλα σαν παιδικά. Με κοίταξε στα μάτια με μεγάλη αναίδεια, όπως δεν συνηθίζεται, και είπε: “Κόμησσα, παρατηρώ πως τώρα που είναι όλοι νυσταγμένοι, τα δικά σας μάτια είναι ακόμη τόσο ξύπνια, ακόμη προσμένουν”. Μάλλον πήρα μια πολύ ανόητη έκφραση και ρώτησα: “Τι προσμένουν;” Τότε γέλασε ακριβώς όπως έκανε τώρα και είπε: “Μονάχα να συμβεί κάτι, να έρθει κάτι. Ω, δεν το βάζουν κάτω, παραμένουν στο πόστο τους”. Εγώ ένιωσα απαίσια, χάρηκα που εκείνη τη στιγμή ανακοινώθηκε η άφιξη της άμαξας».
«Δεν ξέρω τι τις θέλεις πια όλες αυτές τις αναμνήσεις. Δεν είναι δα κι ευχάριστες», αποκρίθηκε ο Χανς κακόκεφα.
«Τι να κάνω», απολογήθηκε η Ντοραλίς, «αφού δεν έχω άλλες αναμνήσεις! Κι έπειτα με ακολουθούν παντού. Ξαφνικά εμφανίζεται στην παραλία ο μυστικοσύμβουλος Κνοσπέλιους, παρακάτω, στη βίλα Μπούλενκρουγκ, εγκαθίσταται η στρατηγίνα Φον Πάλικο κι η βαρόνη Φον Μπούτλαιρ. Σε κάθε βήμα η παλιά ζωή. Ξέρεις τι θα ήθελα; Εκεί πέρα, πάνω από τη θάλασσα, θα έπρεπε να μπορούσε να κρεμάσει κάποιος μια αιώρα, ακριβώς τόσο ψηλά όσο να μην τη φτάνουν τα κύματα, αλλά κι όταν απλώνω το χέρι μου, να μπορώ να πιάσω τους λευκούς αφρούς τους, κι έτσι δεν θα μπορούσε, νομίζω, να έρθει καμία ανάμνηση και θα αποφεύγονταν συναπαντήματα με τον κάθε Κνοσπέλιους και την κάθε Φον Πάλικο».
Ο Χανς κοντοστάθηκε συλλογισμένος. «Λοιπόν»,  είπε, «ας το κάνουμε ». Άρπαξε την Ντοραλίς και την πήρε στην αγκαλιά του. «Ξάπλωσε όπως ένα παιδί στα χέρια του νονού όταν βαφτίζεται», της φώναξε κι άρχισε να μπαίνει αργά μέσα στη θάλασσα. H Ντοραλίς έμεινε ακίνητη κοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό, που ήταν χλωμός στο φεγγαρόφωτο. Ο θαλασσινός άνεμος, το βουητό των κυμάτων από κάτω, το χρυσαφί που έρεε και λαμποκοπούσε τριγύρω, όλα έμοιαζαν να την ωθούν και να τη λικνίζουν, ήταν σαν να έπεφτε σε ένα βάραθρο από φως, που ωστόσο τη στήριζε και την κρατούσε ψηλά.
«Κι άλλο, κι άλλο, έτσι, τώρα είμαστε μέσα στα κύματα, καταμεσής στα κύματα, η ανόητη στεριά είναι μακριά». Η Ντοραλίς μιλούσε με τη φωνή των κοιμισμένων όταν παραμιλούν, είχε ένα γέλιο σιγανό μα τσιριχτό, σαν τα παιδιά που κάνουν κούνια. Άφηνε το χέρι της να κρέμεται, έπιανε τον αφρό των κυμάτων, κροτάλιζε τα δάχτυλά της σαν να ενθάρρυνε σκυλάκια να χοροπηδήσουν. «Πώς θέλουν να ανέβουν επάνω μου», φώναζε, «ελάτε, ελάτε, όχι, είναι πολύ ψηλά». Ο Χανς στεκόταν μέσα στο νερό μέχρι πάνω από τα γόνατα και χαμογελούσε, με το πρόσωπο κόκκινο από την προσπάθεια. Όμως, σιγά σιγά άρχισε να κουράζεται, δεν ήταν εύκολο να στέκεται ακλόνητος μες στο νερό, και επέστρεψε αργά στην ακτή. Με ένα όλο ικανοποίηση «αυτό ήταν πραγματικός άθλος» απόθεσε την Ντοραλίς στην άμμο. Εκείνη τρίκλισε για μια στιγμή σαν μεθυσμένη, με το χέρι στα μάτια της, γύρω όλα έμοιαζαν ακόμη να ταλαντεύονται απαλά. Ένιωσε την ανάγκη να στηριχθεί στον Χανς.
Ετικέτες: ΚΥΜΑΤΑ , Βιβλία