test ΟΙΚΟΣΙΤΑ, ΕΥΑ ΜΠΕΗ
Menu
Your Cart

ΟΙΚΟΣΙΤΑ

ΟΙΚΟΣΙΤΑ
ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ
ΟΙΚΟΣΙΤΑ

Διηγήματα, 143σσ.:
114γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2026
ISBN 978-618-5855-13-0
0,00€
Χωρίς ΦΠΑ: 0,00€

Παρατηρώντας από πολύ μικρή ηλικία τα ζώα στα αστικά κέντρα, τη μετατόπισή τους σ’ ένα καθεστώς εξημέρωσης και ντρεσαρίσματος, η Εύα Μπέη, με τη δεύτερη πεζογραφική της κατάθεση, ανασυνθέτει –σε τόνο πάντοτε παιγνιώδη– την προσωπική της διαδρομή, αγκυροβολώντας τη μνήμη της σε τετράποδους ή δίποδους συνοδοιπόρους, και φωτίζει τις σχέσεις αμοιβαιότητας μεταξύ ανθρώπου και ζώου: από γαλοπούλες στην Πατησίων της δεκαετίας του ’50 μέχρι ερωτευμένους σκύλους, από χάμστερ-μέντορες και ποντίκια-συγκατοίκους μέχρι αυτοκτόνες γάτες και άλογα με ενσυναίσθηση. Τα μικρά αυτά κείμενά της κατατείνουν, τελικά, προς ένα: την κοινή μας μοίρα, ανέστια και νομαδική. Τις δεκατέσσερις αυτές ιστορίες με λόγια, συμπληρώνει και μια ιστορία-πάρεργο με εικόνες, σχεδιασμένες από την ίδια τη συγγραφέα την περίοδο της πανδημίας.




Ο Μ ί κ η ς


Ο Γ., ο άντρας της αδελφής μου, ήταν γατομανής. Η αδελφή μου, εντελώς αναίτια, από μικρό παιδί μισούσε τις γάτες. Για να γίνει ο γάμος ετέθη όρος: ο γάτος Μίκης θα κυκλοφορεί ελεύθερα στο σπίτι, και οι επιθυμίες του θα γίνονται σεβαστές. Η αδελφή μου, λίγο γιατί ήθελε να παντρευτεί, λίγο γιατί ήταν και κάπως ερωτευμένη, δέχτηκε θέτοντας τον δικό της: να μην κοιμάται ο Μίκης στο κρεβάτι τους. Οι συμφωνίες κρατήθηκαν και ο Μίκης αντιμετώπισε με φαινομενική αδιαφορία το νέο μέλος στην οικογένεια.
      Ήταν ένας τεράστιος, κατάμαυρος γάτος, με εντυπωσιακά μεγάλο κεφάλι, στιλπνό τρίχωμα, κιτρινοπράσινα μάτια, επιβλητικά μουστάκια. Δεχόταν χάδια μόνον απ’ όποιον ήθελε, κυρίως τον Γ. Μια φορά που βρέθηκα στο σπίτι της αδελφής μου, απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα τον είδα να πλησιάζει τη μεταξωτή ρόμπα της, να βγάζει νύχια και δόντια κάνοντας απειλητικούς μορφασμούς, κι ύστερα σε μια κρίση γατίσιας λογικής, ν’ αποτραβιέται θλιμμένος. Σταμάτησε και να χτυπάει με το πόδι του την πόρτα του υπνοδωματίου, όταν την έβρισκε κλειστή.
      Όταν η αδελφή μου έμεινε έγκυος, από την αρχή θέλησαν και οι δύο να γίνουν οι τέλειοι γονείς, και με τη σύμφωνη γνώμη τού Γ. γράφτηκε να παρακολουθήσει μαθήματα σε κάποια «Σχολή Γονέων». Η αδελφή μου, τυπικά υπάκουη μαθήτρια, ό,τι άκουγε το έπαιρνε τοις μετρητοίς. Τότε ήταν η μόδα που κήρυττε πως η συγκοίμηση απαγορεύεται, πως βλάπτει σωματικά, αλλά κυρίως ψυχικά το παιδί και πως από τις πρώτες μέρες της ζωής του, το βρέφος πρέπει να κοιμάται χωριστά. Η αδελφή μου κι ο Γ. με μεγάλη φροντίδα ετοίμασαν το παιδικό δωμάτιο, όλα γαλάζια, βέβαιοι ότι το παιδί θα είναι αγόρι –τότε δεν υπήρχαν ακόμα τα υπερηχογραφήματα–, κι από την πέμπτη κιόλας μέρα της ζωής του, ο μικρούλης βρέθηκε μόνος στον αποκλειστικά δικό του χώρο. Ο Γ. πίστευε πως ο Μίκης έπρεπε από την αρχή να εξοικειωθεί με το μωρό, και συχνά τον έπαιρνε αγκαλιά να παρακολουθήσουν μαζί το τάισμα και το άλλαγμα.
      Δεν θα είχε περάσει ούτε βδομάδα όταν από το δωμάτιο του μωρού ακούστηκαν περίεργοι ήχοι. Έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει: ο Μίκης ήταν μέσα στην κούνια! Κάτω από την κουβερτούλα, το κεφάλι στο μαξιλάρι, και το μωρό στριμωγμένο στην άκρη δυσφορούσε. Ο Γ. κατατρόμαξε. αλλιώς είχε φανταστεί τη συνύπαρξη. Και τότε συνέβη κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Πήρε μια εφημερίδα, τη δίπλωσε και κουνώντας την απειλητικά μπρος στον έντρομο γάτο, είπε αυστηρά: «Μίκη, αυτό δεν πρέπει να το ξανακάνεις!». Ο Μίκης ένιωσε την απόλυτη φρίκη. Το τρίξιμο του χαρτιού της εφημερίδας ήταν, άγνωστο γιατί, ό,τι φοβόταν περισσότερο. Ακαριαία συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει το επί χρόνια βασίλειό του και τον μοναδικό του σύμμαχο. Σαν βολίδα διέσχισε έναν μακρύ διάδρομο, ένα χολ, ένα μεγάλο καθιστικό και βρίσκοντας την μπαλκονόπορτα ανοιχτή, ρίχτηκε στο κενό. Από τον έκτο όροφο. Δεν ήθελε πια να ζει.
      Ο Γ. έτρεξε κάτω, τον βρήκε ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο, τον πήρε αγκαλιά. Ζούσε. Τηλεφώνησαν στον κτηνίατρο. Συνέστησε απόλυτη ησυχία. Τον έβαλαν στην αγαπημένη του γωνιά, μόνος του σύρθηκε κάτω από έναν καναπέ. Επιζητούσε το απόλυτο σκοτάδι. Έμεινε έτσι κρυμμένος, ασάλευτος, τρεις μέρες. Την τέταρτη βγήκε, ήπιε νερό, έφαγε και λίγο. Σιγά σιγά άρχισε ν’ αναλαμβάνει. Όμως δεν ήταν πια ο ίδιος γάτος. Ήταν άκεφος, έχανε βάρος. Ο Γ. το παρατήρησε. Κάθε φορά που ζύγιζαν το μωρό, ζυγιζόταν και ο Μίκης. Ναι, έχανε συνεχώς βάρος. Έκαναν πολλές εξετάσεις. Ήταν ζοφερές. Επιθετικός καρκίνος στα επινεφρίδια. Έπρεπε επειγόντως να χειρουργηθεί. Στην πανάκριβη κλινική έμεινε αρκετές μέρες. Ο Γ. τον επισκεπτόταν καθημερινά. Το πρωί πριν τη δουλειά του και το βράδυ επιστρέφοντας σπίτι. Μάθαινε τα νέα, αλλά δεν του επιτρεπόταν να τον δει. Κάποια μέρα η αδελφή μου, καχύποπτη, του είπε «και πώς ξέρουμε ότι ο Μίκης είναι ακόμα ζωντανός... Αύριο να ζητήσεις να τον δεις». Και πράγματι, όταν την επομένη ο Γ. απαίτησε να τον δει, του ανακοίνωσαν ότι ο Μίκης είχε πεθάνει τα ξημερώματα.
      Αλαφιασμένος τηλεφώνησε στο γραφείο της αδελφής μου... «Θα ζητήσω να τον βάλουν σε ένα ωραίο κουτί, και θα τον φέρω για ένα τριήμερο σπίτι... Δεν επιτρέπεται νοικοκύρης γάτος να ταφεί σαν τον πρώτο τυχόντα αδέσποτο» (τότε συνηθιζόταν ακόμα, κυρίως στα χωριά και τις μικρές πόλεις, να ξενυχτάνε τον νεκρό μοιρολογώντας τον κι απαριθμώντας τα χαρίσματά του). Ο Γ., αν και βέρος Αθηναίος, ήθελε να τηρηθούν όλα τα ταφικά έθιμα. Όμως το κοφτό «όχι» της αδελφής μου και η επιμονή των ανθρώπων της κλινικής –«Ποτέ... σε όλη τη μακροχρόνια εμπειρία μας... ποτέ κανείς δεν μας έχει ζητήσει κάτι τέτοιο...»– τον ανάγκασαν να υποχωρήσει.
      Χρόνια μετά, σε μια συζήτηση όπου ήταν παρόντες και οι γονείς μου, το θέμα ήταν ο κλονισμός του γάμου φιλικού ζευγαριού. Ο Γ. στράφηκε προς τους γονείς μου: «...και ο δικός μας γάμος κλονίστηκε και κινδύνευσε κάποτε... φαντασθείτε τη γυναίκα μου να πει “Ο Μίκης ψόφησε”».