Διηγήματα, 167σσ.:
272γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2024
ISBN 978-618-5855-04-8
Το Ζωολόγιο, αριστούργημα της μεξικανικής και της ισπανόφωνης πρόζας,
είναι ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε, αλλά υπαγορεύτηκε. Μεταξύ 8ης και 14ης Δεκεμβρίου 1958, ο Χουάν Χοσέ Αρρεόλα, ξαπλωμένος στο ράντζο του,
υποχρεώθηκε να το υπαγορεύσει στον ποιητή και συγγραφέα Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο, «με το πιστόλι στον κρόταφο», όπως σημειώνει ο τελευταίος.
Αντλώντας από την αρχαία, μεσαιωνική και σύγχρονη λογοτεχνική παράδοση του bestiarium, το Ζωολόγιο είναι μια σειρά από μικρά ευτράπελα πορτρέτα ζώων,
από τον ρινόκερο, τη ζέβρα και το «εξωτικό» αξολότλ μέχρι την αρκούδα, τον βάτραχο και τον ποντικό. Ο Αρρεόλα, ευρυμαθής και φιλοσοφημένος –καίτοι αυτοδίδακτος–,
δεινός παρατηρητής και εκπληκτικός «πορτρετίστας» της ζωικής φύσης, αναδεικνύει το κωμικοτραγικό θέαμα της ανθρώπινης κατάστασης με ποιητική φαντασία,
σπαρταριστό χιούμορ και λεπτή ειρωνεία: «η σουβλόπαπια, η χουλιαρόπαπια και το κεφαλούδι έχουν στα φτερά τους μια φο μπιζού μεγαλοπρέπεια […] η ύαινα είναι
ίσως το ζώο που έχει κερδίσει τους περισσότερους προσήλυτους ανάμεσα στους ανθρώπους […] η καμηλοπάρδαλη αντιπροσωπεύει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο
τους παραλογισμούς του πνεύματος: ψάχνει στα ύψη αυτό που άλλοι βρίσκουν κοντά στο έδαφος».
Κυριακή Μπεϊόγλου, «Αγαπώ τη γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε», “Εφ.Συν.”, 05.04.2025
Ο συγγραφέας παρατηρεί τους «ήρωές» του με τον δικό του ξεχωριστό λογοτεχνικό τρόπο που περιέχει δόσεις σατιρικού χιούμορ, υπαρξιακών αναζητήσεων και καφκικού σαρκασμού.
Η γραφή του είναι ένας συγκερασμός αφοριστικής ακρίβειας και πλουραλισμού.
Χαρακτηριστικό της τεχνικής του είναι η ικανότητά του με μια μόνο πρόταση να δηλώνει τόσο μια φυσική εξελικτική πορεία όσο και ένα υπαρξιακό παράδοξο.
Όποιος διαβάζει το Ζωολόγιο, διαπιστώνει πως ο μεγάλος Μεξικανός συγγραφέας,
μαθητής του Μπόρχες κι επιστήθιος φίλος του Χουάν Ρούλφο, κατορθώνει να συνδυάσει περίτεχνα το σπαρταριστό χιούμορ, τη λεπτή ειρωνεία και την τρυφερή ενσυναίσθηση.
Κ α μ η λ ο π ά ρ δ α λ η
Μόλις συνειδητοποίησε ότι είχε βάλει υπερβολικά ψηλά τους καρπούς ενός εκλεκτού δέντρου, ο Θεός δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να μακρύνει τον λαιμό της καμηλοπάρδαλης.
Τετράποδα με αιωρούμενο κεφάλι, οι καμηλοπαρδάλεις θέλησαν να υπερβούν τη σωματική τους πραγματικότητα και εισήλθαν αποφασιστικά στο βασίλειο
των δυσαναλογιών. Έπρεπε να λυθούν γι’ αυτές ορισμένα βιολογικά προβλήματα, που μοιάζουν μάλλον με ζητήματα μηχανολογίας και μηχανικής: ένα νευρικό δίκτυο μήκους δώδεκα μέτρων. αίμα που ανεβαίνει κόντρα στον νόμο της βαρύτητας, μέσω μιας καρδιάς η
οποία λειτουργεί σαν αντλία βαθέος πηγαδιού. κι επίσης, εκεί ψηλά στο κεφάλι, μια γλώσσα εκπτυσσόμενη που φτάνει ακόμα ψηλότερα, ξεπερνώντας κατά είκοσι εκατοστά την εμβέλεια των χειλιών, προκειμένου να τραγανίσει τους βλαστούς σαν ατσάλινη λίμα.
Την πρώτη φορά που είχε κάνει κάτι τέτοιο, όταν είχε αποβιβαστεί αλλού, πιο νότια, πιο κοντά στην αποβάθρα και τον κύριο εμπορικό σταθμό, αποφάσισε να φανερωθεί ένας από τους ανθρώπους
που ζούσαν εκεί από καιρό, βγαίνοντας από μια αόρατη πόρτα ανάμεσα στις μυρτιές, προφέροντας –ναι, επαναλαμβάνοντας– μια απαλή μα χαρούμενη μελωδία. Τον Γιαν, όπως τον αποκαλούσαν ο
πλοίαρχος Μόσελ και το πλήρωμα, ή Χουάν, όπως ήταν γνωστός στο Σάντο Ντομίνγκο ή Ζοάο, όπως τον είχε αποκαλέσει κάποτε ο λουζιτανός ναύτης πατέρας του και όσοι σαν κι αυτόν δούλευαν μαζί του,
αφού τα ιβηρικά βασίλεια ήταν ίδια εκείνες τις μέρες, και πριν απ’ αυτό, το Μ −το όνομα που είχε επικαλεστεί η μητέρα του από τον λαό της και τον είχε βάλει να ορκιστεί να μην αποκαλύψει
ποτέ και σε κανέναν, που δεν απείχε, συνειδητοποίησε ξαφνικά, από το Μακαντέβα, όπως είχε αρχίσει να τον λέει ο απεσταλμένος των ιθαγενών– είχε αντηχήσει στ’ αυτιά του σαν διαπασών, μέχρι
που ο νους του το συνέλαβε, και με το κλειδί αυτής της γλώσσας, που οι περισσότεροι Ολλανδοί στο πλοίο τον διαβεβαίωναν ότι δεν μπορούσαν ν’ ακούσουν πλήρως, είχε καταφέρει μόνος του να
ξεκλειδώσει μια πόρτα. Γούνες με αντάλλαγμα τσεκούρια, μαχαίρια, πυροβόλα όπλα, πιο αποτελεσματικά από τον λαξευμένο πυρόλιθο ή τα λεία ρόπαλα όταν θες να ρίξεις κάτω ένα πούμα, έναν πλάτανο,
έναν εχθρό. Είχε στρίψει τον λαιμό ενός παγονιού κι είχε ψήσει έναν ολόκληρο κάπρο, αλλά, παρά το γεγονός ότι πολλές φορές είχε ακούσει το κάλεσμα για επανάσταση, δεν είχε αποκαλύψει ποτέ
ούτε ένα μυστικό ή σύνθημα, ούτε είχε σκοτώσει ή πάρει μέρος στον φόνο κάποιου. Κι όσο οι συνθήκες επέτρεπαν να αποφύγει και τα δύο, αυτό θα έκανε. Κάποια μέρα, ίσως και κοντινή, ήξερε πως
η μοίρα του μπορεί και ν’ άλλαζε, εκτός κι αν την αψηφούσε.
Μ’ όλες τις τεχνικές υπερβολές της, οι οποίες δυσχεραίνουν εξαιρετικά τον καλπασμό και τους έρωτές της,
η καμηλοπάρδαλη αντιπροσωπεύει καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλο τους παραλογισμούς του πνεύματος: ψάχνει στα ύψη αυτό που άλλοι βρίσκουν κοντά στο έδαφος.
Όμως, καθώς τελικά πρέπει να σκύβει πότε πότε για να πίνει το κοινό για όλους νερό, αναγκάζεται να κάνει τα ακροβατικά της αντίστροφα. Κατέρχεται, τότε, στο επίπεδο των γαϊδουριών.
Ύ α ι ν α
Ζώο ολιγομίλητο. Η περιγραφή της ύαινας πρέπει να γίνεται γρήγορα και σχεδόν στα πεταχτά: τριπλό σετ από ουρλιαχτά, αποκρουστικές μυρωδιές και σκούρες πιτσιλιές. Η μύτη του μολυβιού αντιστέκεται,
και μετά δυσκολίας σχεδιάζει το στιβαρό κεφάλι που παραπέμπει σε μαστίφ, τα χαρακτηριστικά γουρουνιού και ξεπεσμένης τίγρης, την κατηφορική γραμμή του γλιστερού, μυώδους και χαμηλωμένου σώματος.
Μια στιγμή. Πρέπει να πάρουμε και κάποια βασικά ίχνη εγκληματία: η ύαινα, με το ρύγχος γεμάτο κυνόδοντες, επιτίθεται
κατά αγέλες στα μοναχικά ζώα, πάντοτε στην ερημιά. Το σπασμωδικό αλύχτισμά της συνιστά πρότυπο νυχτερινού καγχασμού που αναστατώνει το φρενοκομείο. Γλοιώδης και λαίμαργη, αγαπάει την έντονη γεύση του χαλασμένου κρέατος, ενώ για
να διασφαλίσει την επικράτησή της στο ερωτικό πεδίο, κουβαλάει ένα σακουλάκι αλλοιωμένου μόσχου ανάμεσα στα πόδια.
Πριν εγκαταλείψουμε τον αποτρόπαιο αυτό κέρβερο, τον ενθουσιώδη όσο και δειλό νεκρόφιλο του ζωικού βασιλείου,
οφείλουμε να κάνουμε μια απαραίτητη διευκρίνιση: η ύαινα έχει θαυμαστές και η αποστολική διακονία της δεν απέβη άκαρπη. Είναι ίσως το ζώο που έχει κερδίσει τους περισσότερους προσήλυτους ανάμεσα στους ανθρώπους.