Μυθιστόρημα, 247σσ.:
250γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2026
ISBN 978-618-5855-12-3
Ήταν όπως ήταν. Ακόμη και για πεθαμένο δεν είχε καλή όψη. Αλλά τον αναγνώριζες. Έστριψα τσιγάρο, μου έδωσα φωτιά, τράβηξα μια τζούρα. Το πρώτο το φούμαρα στα όρθια, για να κοιτάζω από ψηλά. Με τον καπνό σκέπασα τις κακές σκέψεις. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα απ’ αυτόν. Τότε μου είχε γυαλίσει αμέσως. Για την ομορφιά τον πήρα. Ο ωραίος σύζυγος είναι ωραίος σύζυγος. Αυτός ήταν και αθλητής. Επάγγελμα: τζόκεϊ. Βάρος χωρίς τη σέλα: πενήντα ένα κιλά με τα ρούχα. Στενές πλάτες, στενός λαιμός, στενός πισινός. Παντού στενός, εύκολα τον αρπάζεις με το ένα χέρι και τον κουβαλάς μισό μέτρο. Μου άρεσε αυτό το πουλάκι στη χούφτα μου.
Νεκροπάπουτσα, κοστούμι, λεφτά για κηδεία και φέρετρο, για βότκα και νεκρόδειπνο. Ο άντρας της Βέρας πεθαίνει κι εκείνη πρέπει να τα κανονίσει όλα γρήγορα. Δεν έχει τα μέσα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Πηγαίνει σε πρώην εραστές και ερωμένες για να ζητήσει λεφτά, να πουλήσει, να ανταλλάξει, να βρει ό,τι χρειάζεται. Η Βέρα είναι μια γυναίκα δυνατή με ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης και ροπή προς τον αυτοσαρκασμό. Η αφήγησή της, άμεση, θεατρική, με πικρό χιούμορ και χωρίς ίχνος καθωσπρεπισμού, αναδεικνύει την υλικότητα του σώματος ως αντίβαρο στο πένθος.
Άλλα τα παπούτσια για τον τάφο, άλλα για τη ζωή.
Τα παπούτσια για τον φρεσκοπεθαμένο είναι καλά αν είναι καινούρια. Ή φορεμένα αλλά να μοιάζουν ακριβά. Ιδανικά – καινούρια και ακριβά. Αν ο συχωρεμένος είναι τυχερός, θα του βάλουν πατημένα παπούτσια που στην όψη θα είναι καλύτερα κι απ’ του κουτιού.
Από κανονικό παπούτσι κάνεις νεκροπάπουτσο. Το αντίστροφο δε γίνεται. Φόρα παπούτσι για το φέρετρο, γύρνα πίσω στη ζωή και στα δυο βήματα σου ’χει φύγει η σόλα. Ανοίγουν για μια στιγμή το φέρετρο, όλοι κοιτάζουν στα γρήγορα τα παπούτσια για να μη δουν τον νεκρό στον ύπνο τους. Μετά ρίχνουν μια ματιά στο πρόσωπο, κατεβάζουν το βλέμμα στα χέρια. Τα νεκρά χέρια μπορεί να είναι πλεγμένα ή το ένα πάνω στ’ άλλο, μπορεί να κρατάνε σταυρό ή ένα πιο χαρούμενο ενθύμιο της επίγειας ζωής. Όταν ο ζωντανός χορτάσει να βλέπει τον πεθαμένο, του φιλάει το χέρι, το μέτωπο, το μάγουλο ή προσποιείται πως σκύβει για τον τελευταίο ασπασμό. Όπως καμιά φορά σκύβουμε για να καταθέσουμε τα όπλα, και τότε ρίχνουμε το τελειωτικό χτύπημα.
Τα παπούτσια του νεκρού μπαίνουν στο χώμα, αλλά από τη μνήμη δε βγαίνουν.
Λίγο με νοιάζει ποιος θα θυμάται τι απ’ την κηδεία του Τζόκεϊ. Ούτε καν ξέρω αν το φέρετρο θα είναι ανοιχτό.
Στο δεύτερο άνοιγμα μπορεί να μην κλείσει καλά ή να ξεχαρβαλωθούν εντελώς τα έξι του σανίδια.
Άμα διαλυθεί κι ο μακαρίτης γλιστρήσει έξω, θα τον πιάσω απ’ τις μασχάλες και θα τον κουβαλήσω στον τάφο χωρίς το φέρετρο. Κανένα πρόβλημα.
Σχετικά με τα παπούτσια της κηδείας.
Και με καλτσόπανα θα τον τύλιγα για το χώμα. Όμως αν, θεός φυλάξοι, υπάρχει η αιωνιότητα και ξαναβρεθούμε με τον Τζόκεϊ, θα μου χιμήξει με την πρώτη που τον πέταξα στον τάφο με κουρέλια.
Αν με πιάσει κάποιος στο βρισίδι, αμέσως τον πιάνω στα χαστούκια. Αλλά δε μου αρέσει, γιατί άμα αρχίσω, δε σταματάω στο ένα. Δε θα ήθελα να ξεκινήσω την αιώνια ζωή χτυπώντας τους πιο κοντούς.
Ο Τζόκεϊ δεν μπορεί να θαφτεί με τα δικά του παπούτσια. Ο θάνατος του έπρηξε τα ποδάρια.
Τσαγκάρη δεν ξέρω πού θα βρω. Τους τσαγκάρηδες τους έχουν ξεκάνει όλους. Ένας ένας αναγκάστηκαν να κλείσουν. Αν δεν υπάρχει η γνωστή σου τρύπα, δεν ξέρεις πού να ψάξεις. Θα μου έκανε και τσαγκάρης χωρίς μαγαζί, στο σπίτι του, στο τραπέζι της κουζίνας. Θα βοηθούσε και χωρίς λεφτά. Ο τσαγκάρης το ζητάει το παπούτσι.
Ξέρω τι λέω. Τον τσαγκάρη τον κυνηγάνε τα παπούτσια όπως εμένα τα μαλλιά. Τις νύχτες ξυπνάω από αυτή την επιθυμία, θέλω τόσο να κουρέψω που σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι κι ως το πρωί πάνω κάτω απ’ την πόρτα στο παράθυρο.
Κάποτε γνώριζα κάμποσους τσαγκάρηδες, εκ των οποίων δύο με το μικρό τους, εκ των οποίων με τον έναν είχα πλαγιάσει δύο φορές. Είχα – δεν είχα πλαγιάσει μαζί του, κάθε τσαγκάρης θα έκανε, ακόμα κι αν δε μου τον είχε χώσει. Θα κοίταζε λίγο τα παλιά παπούτσια, θα σκαρφιζόταν κάτι, εδώ θα τράβαγε, εκεί θα έραβε τίποτα σφήνες, κι έτοιμα τα παπούτσια του μακαρίτη.
Οι τσαγκάρηδες είναι πάντα καλοί άνθρωποι. Κανένας κοπρίτης δεν πάει να γίνει τσαγκάρης. Ο κοπρίτης θέλει να κοπροσκυλιάζει και να βγάζει λεφτά. Δεν το ρισκάρει να κάνουν οι κόλλες το μυαλό του κουρκούτι. Από αυτό προέρχεται ο εκρηκτικός χαρακτήρας των τσαγκάρηδων.
Τσαγκάρηδες πουθενά, παπούτσια παντού. Στα παζάρια, στα μαγαζιά. Πήζει το μάτι σου. Ο κόσμος είναι τσαλαπατημένος από δαύτα. Όμως αυτά τα παπούτσια δεν αξίζουν τίποτα. Τσόκαρα για μια σεζόν. Μια άνοιξη, ένας χειμώνας και σέρνεις τη σόλα, βγαίνει το δάχτυλο, δεν κρατάει η κόλλα, φεύγει το τακούνι, τσακίζει η μύτη, πρέπει να ξηλωθείς για καινούριο ζευγάρι.
Όλη αυτή η σαβούρα είναι καλαίσθητη, κομψή, της μόδας, σε κάθε σχέδιο και χρώμα. Θέλεις συνέχεια να αγοράζεις. Σηκώνεται μόνο του το πόδι για να δοκιμάσει.
Παλιότερα η βιομηχανία παπουτσιών δε θα σκεφτόταν τέτοιο παπούτσι. Το παπούτσι ήταν παπούτσι. Στα νιάτα σου το αγόραζες για τον γάμο, όλη σου τη ζωή το φορούσες στη σεζόν του, στο φέρετρο ήταν σαν καινούριο.
Μόνο το νεκροπάπουτσο επιτρεπόταν να έχει χάλια σόλα. Ο πάτος του παπουτσιού μπορούσε να είναι κολλημένος όπως όπως, γιατί πόσο θα περπατούσες πια; Ίσα που σε κουβαλάνε μες στο φέρετρο. Για πολιτική κηδεία ή για νεκρώσιμη ακολουθία, στον οίκο τελετών, στην εκκλησία, στο λάκκο. Ξεμπερδεύεις γρήγορα. Δεν παίρνει πολύ, καμιά ώρα και τέλος.
Παλιοπάπουτσα έβρισκες μόνο στα μαγαζιά για νεκρούς πελάτες. Τώρα παντού σκατά. Φτηνά, ακριβά – ό,τι θέλει ο καθένας.
Δεν ξέρω πότε μού έκανα δώρο παπούτσια τελευταία. Έχω καιρό να ξοδέψω για τον εαυτό μου.
Αν κάποια σαβούρα έκανε για τον Τζόκεϊ και μπορούσε να την αντέξει το πορτοφόλι μου, θα είχα ήδη φροντίσει να έχουν επίσημη εμφάνιση τα πόδια του μακαρίτη μου.
Με λίγα λεφτά μπορείς να αγοράσεις βραδινά παπούτσια για πεθαμένο. Άλλα κι αυτά τα λίγα λεφτά πρέπει να τα έχεις. Κι εγώ έχω απ’ όλα λιγότερο κι από λίγο.
Αν έψαχνα κανονικά παπούτσια ή αν είχα περισσότερα λεφτά, ούτε που θα σκεφτόμουν πως μια κηδεία στην οικογένεια είναι τέτοιος μπελάς.
Παπούτσια αγοράζεις για πενταροδεκάρες. Όμως πρέπει κι ο μακαρίτης να έχει τις σωστές διαστάσεις. Ο δικός μου είχε πάντα λάθος διαστάσεις και μετά θάνατον περισσότερο στα πόδια. Όταν τον έπαιρναν από το σπίτι, οι πατούσες ήταν αυτές που θύμιζαν περισσότερο πτώμα. Από τη μούρη του δε σβήστηκε η ζωή όσο από τα ποδάρια.
Ήταν όπως ήταν. Ακόμη και για πεθαμένο δεν είχε καλή όψη. Αλλά τον αναγνώριζες.
Έστριψα τσιγάρο, μου έδωσα φωτιά, τράβηξα μια τζούρα. Το πρώτο το φούμαρα στα όρθια, για να κοιτάζω από ψηλά. Με τον καπνό σκέπασα τις κακές σκέψεις. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα απ’ αυτόν. Τότε μου είχε γυαλίσει αμέσως. Για την ομορφιά τον πήρα. Ο ωραίος σύζυγος είναι ωραίος σύζυγος. Αυτός ήταν και αθλητής. Επάγγελμα: τζόκεϊ. Βάρος χωρίς τη σέλα: πενήντα ένα κιλά με τα ρούχα. Στενές πλάτες, στενός λαιμός, στενός πισινός. Παντού στενός, εύκολα τον αρπάζεις με το ένα χέρι και τον κουβαλάς μισό μέτρο. Μου άρεσε αυτό το πουλάκι στη χούφτα μου. Έτσι θυμάμαι τον Τζόκεϊ από την πρώτη μέρα.
Μπήκε στις «Ανδρικές κομμώσεις Βέρα». Ξερόβηξε.
Η κυρία Βέρα;
Ποιος ρωτάει; του φώναξα μέσα απ’ τον καθρέφτη.
Κυρία Βέρα, θα με κουρέψετε; Κοντά. Έχω αγώνες αύριο.
Στέκεται δίπλα στο καπούλι μου, ενώ βλέπει πως περιμένει ουρά. Δύο στις καρέκλες κι ένας με την μπέρτα.
Τη δουλειά δεν τη σταματάω ποτέ, αλλά για χάρη του άφησα το πόστο μου. Μ’ έπιασε περιέργεια. Στον καθρέφτη έμοιαζε με μισή μερίδα άντρα.
Είμαι τζόκεϊ.
Του έτρεξαν τα σάλια από την αυταρέσκεια. Έκανε μια κίνηση με τα γονατάκια σαν να με είχε κιόλας καβαλήσει.
Τον περιεργάστηκα. Από ψηλά, συνολικά, σιωπηλά. Με πρόθυμο μάτι, γιατί τέτοιον δεν είχα ακόμα στη συλλογή μου. Είμαι ψηλή, οι άντρες που μου φτάνουν κάτω απ’ τον ώμο δε με βάζουν στο μάτι, φοβούνται. Αυτό το απολειφάδι δε φοβάται τους έρωτες, είναι σίγουρο για τον εαυτό του. Στύλωσε φαρδιά τα πόδια, καλά γειωμένος.
Εύκολος στο μέτρημα, τον περνάς απ’ την κορφή ως τα νύχια χωρίς να κουνήσεις το κεφάλι σου. Ένα βλέφαρο του ρίχνεις και τέλος η επιθεώρηση· αυτό είναι το προτέρημα των κοντών.
Ηλιοκαμένη μούρη. Μαλλί καθαρό, πυκνό, φαίνεται υπάκουο, σπαστό. Μακρύ, δεσποινιδίστικο. Χτένισμα με λοξή χωρίστρα. Γουρουνίσιο ξανθό που κοκκινίζει στους κροτάφους. Μάτια ξαναμμένα, μαυριδερά, ωραίοι βολβοί. Μυτόγκα σαν πετσικαρισμένο τιρμπουσόν, θα με ανοίγει καλά. Στόμα μεγάλο, φαρδύ σαν πέταλο, δείχνει τα δόντια χασκογελώντας.
Τον χάζευα, ούτε το ένα μάτι του δεν έφευγε. Ψηλά το κεφάλι, με καρφώνει.
Σπρώχνει τα μαλλιά πίσω απ’ το αυτί, δυο φορές. Σίγουρα για να δείξει τα δυνατά του χέρια. Δυνατά και με πεταχτές φλέβες, μέσα απ’ τις τρίχες φαίνονται μελανιές.
Τέντωσε το ποδαράκι του για να το θαυμάσω. Ακριβά παπουτσάκια, λευκά με καφετιά ραφή, δυνατό πέλμα.
Δεν ήταν κανένας λεβέντης, αλλά ήταν ό,τι πρέπει. Δεν ήταν άχρωμος λαπάς με χαρτοφύλακα, απ’ αυτά τα σκουλήκια που βρομάει ο τόπος. Τον έκανες περισσότερο για ξένο παρά για ντόπιο. Αν και με καθαρόαιμο Άραβα δεν έμοιαζε.
Λευκοντυμένος, στολισμένος να πάει σε χορό. Όμορφο πρόσωπο. Φωτεινό δέρμα, φαίνεται πως απλώνει κρέμα στο μουτράκι. Βουτηγμένος ολόκληρος στ’ αρώματα. Δε χωρούσε αμφιβολία, ο αθλητισμός τον ντόπαρε.
Δεν ήθελα γάμους, αλλά για τρέχων εραστής καταρχάς μου έκανε. Δε χόρταινα να τον κοιτάω. Και πήρα έκφραση λες και δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο.
Ξαφνικά πλατάγισε τα χείλη, με τσίγκλησε.
Λοιπόν; ρώτησε. Πώς φαίνεται στην αξιότιμη κυρία ο τζόκεϊ;
Αξιότιμε κύριε, εγώ ξέρω να κάνω τον τζόκεϊ άλογο.
Έτσι του το πέταξα στα μούτρα.
Φρούμαξε. Έπεσε απ’ τη σέλα. Του άνοιξε η όρεξη. Έτοιμος ήταν να με πηδήξει. Καβαλάρης.
Κυρία Βέρα, είστε ατίθαση. Έχετε υπόψη σας πως τέτοια κορίτσια μού αρέσουν.
Ο Τζόκεϊ δεν ήταν εκτομίας. Δε φοβόταν τη γυναίκα, το βυζί, το καπούλι. Γλυκοκοίταζε χωρίς να αφρίζει. Περήφανος. Αν όχι αυτή, η επόμενη. Έτρεχαν πίσω του οι γυναίκες, όλες ήθελαν να τις καβαλήσει.
Ο Τζόκεϊ ήταν κάποιος. Έβγαζε λεφτά. Για κάθε κούρσα χωρίς εμπόδια πολλά φράγκα. Κύπελλα, μικρόφωνα, συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο, ταξί για το σπίτι. Δώρα. Σοκολάτες από τους αλογομούρηδες, τόσες τιμητικές πλακέτες που έντυνες το μπάνιο αντί για πλακάκια.
Tότε κι εμένα ήθελαν όλοι να με πάρουν. Σπρώχνονταν στην ουρά. Όλοι δικοί μου. Η ομορφιά βρίσκεται βαθιά στη φύση μου. Ήμουν σαν τσάπα, τους σάρωνα όλους στο πέρασμά μου. Τώρα ξηρασία. Δε θυμάμαι πότε έδωσα ένα φιλί της προκοπής. Κι όμως υπήρξαν καιροί αφθονίας.
Η κομμώτρια αντρών, αν είναι καλή, δεν παραπονιέται για απουσία κυρίων. Λόγω του επαγγέλματος που ασκούσα δε χρειαζόταν να πολυκοιτάζω τριγύρω. Αν ήθελα, θα σαλιάριζα με όποιον έλαχε. Κάθε μέρα. Είχα πέραση. Τι θα κάνεις, θα περιφρονήσεις την επαφή;
Ήμουν ψηλός πήχης. Ο Τζόκεϊ δεν ήθελε να τα θαλασσώσει.
Είναι αλήθεια πως μόνο μετά την έκτη προσέγγιση, τον άφησα να μ’ απαυτώσει.
Δεν είμαι καμιά τσούλα. Δεν είμαι απ’ τις γυναίκες που ανοίγουν γρήγορα σαν καναπές-κρεβάτι. Κανείς δε με πασάρει σε άλλον. Αλλά ούτε κι από κείνες που βολεύονται με την αρετή, χαϊδεύονται μόνες τους και ξεμπερδεύουν. Στο μουνί μου τρεις κιλότες δε φοράω. Σ’ όποιον θέλω, το δίνω.
Ο Τζόκεϊ σίγουρα είχε συλλογή από πουτάνες. Δεν ανέβαινε στο βάθρο για να δώσει όρκους αγαμίας.
Σκεφτόμουν, θα νταραβεριστούμε για μερικές σεζόν, αλλά έγινε για πάντα.
Πήγα κοντά στο φέρετρο, τον κοίταξα καλά καλά. Τον κούρεψα λίγο, τον χτένισα, του έστρωσα το κοστούμι, του φόρεσα παπούτσια.
Κι είχα πει, αυτά τα παπούτσια δε θα τα βρω. Κι όμως τα βρήκα.
Θα του χρειαστούν τα παπούτσια, αύριο μπαίνει στο χώμα.
Του χάιδεψα τα μαλλιά. Δεν ξέρω γιατί, έκοψα μερικά τσουλούφια, παντοτινό ενθύμιο.
Πριν φύγω, μάλλον θα έπρεπε να προσευχηθώ. Όμως στην οικογένειά μας, ο Τζόκεϊ τα ’χε καλά με το θεό, εγώ με όλα τα άλλα.
Άναψα ένα τσιγάρο για το τέλος. Βρήκα ένα σκαμπό, κάθισα. Είναι ωραίο να καπνίζεις δίπλα στους νεκρούς. Τέσσερα τσιγάρα έστριψα. Τελείωσα, έτριψα το αποτσίγαρο στα δάχτυλα.
Τον χάζευα. Δεν έπαιρνα τα μάτια μου από πάνω του. Ήθελα και δεν ήθελα να τον θυμάμαι μέσα σ’ αυτό το φέρετρο.
Σηκώθηκα. Κουμπώθηκα, έστρωσα τις τσέπες. Σκούφος στο κεφάλι. Και δρόμο.