test Ο Κύριος Μίνστερ, Αλμπέρτο Σαβίνιο, Νουβέλα, Διήγημα, Εκδόσεις Loggia
Menu
Your Cart

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΙΝΣΤΕΡ

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΙΝΣΤΕΡ
-10 %
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΙΝΣΤΕΡ
Μετάφραση: ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΟΤΣΗ


Διήγημα, 95 σσ.:
165γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2026
ISBN 978-618-5855-14-7

9,90€
11,00€
Χωρίς ΦΠΑ: 9,90€

Σε μια Ρώμη μετέωρη ανάμεσα στον απόηχο του πολέμου και τη μεταφυσική σιωπή, ο κύριος Μίνστερ, ένας συνηθισμένος αστός με πάθος για την τέχνη, γλιστρά ξαφνικά έξω από τις ράγες της κανονικότητας. Αυτό που ξεκινά ως μια παράλογη υποψία μετατρέπεται σε μια ιλιγγιώδη κάθοδο στο άγνωστο: ο κύριος Μίνστερ νιώθει πως έχει πεθάνει και παρακολουθεί το ίδιο του το σώμα να αποσυντίθεται, ενώ ο νους του παραμένει διαυγής, σχεδόν βασανιστικά ξύπνιος.

Γραμμένο το 1943, κατά την πιο γόνιμη περίοδο του Αλμπέρτο Σαβίνιο, Ο κύριος Μίνστερ είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα διήγημα φαντασίας, είναι μια μεταμορφωμένη αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα και ένας χειμαρρώδης στοχασμός πάνω στις μυστηριώδεις σχέσεις ανάμεσα στην ψυχή και τον θάνατο, το παρελθόν και το μέλλον. Μέσα από μια αλληλουχία γκροτέσκων μεταμορφώσεων και μεταμφιέσεων, ο κεντρικός ήρωας πασχίζει να δραπετεύσει από το κλουβί του σπιτιού του για να καταφύγει στον μύθο, περιπλανώμενος στους δρόμους της Ρώμης.

Με τον Κύριο Μίνστερ, ο Σαβίνιο μάς χαρίζει το χρονικό ενός «θανάτου εν ζωή», μια ακραία εμπειρία όπου η ειρωνεία γίνεται η μόνη πυξίδα στην πλοήγησή του στην άβυσσο.


Αυτή τη φορά η πτώση του κυρίου Μίνστερ διακόπτεται από έναν μεταλλικό χτύπο, που αντηχεί βαθιά μέσα στο κεφάλι του. Η μετάβαση από τον κόσμο των ονείρων σε εκείνον της λεγόμενης πραγματικότητας γίνεται απότομα. Ξέφτια ονείρων παραμένουν κολλημένα στο μυαλό του, όπως τα κουρέλια του πανιού που έσκισε η καταιγίδα πάνω στο τουρκέτο. Ο κύριος Μίνστερ ρίχνει κλεφτές ματιές μέσα από τις βλεφαρίδες του, βλέπει το θαμπό φως που απλώνεται στο δωμάτιο και τρυπώνει ανάμεσα στις βαριές σκιές των επίπλων, όπως η θάλασσα ανάμεσα σε μια συστάδα βράχων. Τότε ο κύριος Μίνστερ ξαναπιάνει το συνηθισμένο πρωινό του παιχνίδι, το οποίο συνίσταται στο να συγχέει τις φιγούρες των δύο πολυθρόνων και του καναπέ με τις εικόνες της εκλιπούσας πατρικής του οικογένειας. Του κυρίου Μίνστερ του αρέσει αυτό το νοικιασμένο σπίτι, στο οποίο μένει εδώ και λιγότερο από δύο εβδομάδες, διότι, σε αντίθεση με άλλα σπίτια όπου έμεινε για περισσότερο καιρό, το συγκεκριμένο του θυμίζει το σπίτι των παιδικών του χρόνων. Ο κύριος Μίνστερ σκέφτεται ότι μονάχα τα επιπλωμένα διαμερίσματα διαφυλάσσουν ακόμη ατόφια την παράδοση, διότι όχι μόνο δεν υποκύπτουν στις αλλαγές της μόδας, μα απεναντίας παραμένουν πιστά σε ένα στιλ επίπλωσης που έχει καθαγιαστεί από τη χρήση κι έχει αγγίξει την τελειότητα. Πράγματι, ανάμεσα στα έπιπλα του πατρικού σπιτιού του κυρίου Μίνστερ και σε αυτά της οικίας  Μελακρίνο, τίποτα δεν μαρτυρά ότι από την παιδική ηλικία του κυρίου Μίνστερ μέχρι σήμερα έχουν περάσει τριάντα εννέα χρόνια, και η μεταφυσική ανάγκη του κυρίου Μίνστερ για αθανασία αντλεί παρηγοριά από αυτό. Τα έπιπλα, όπως και τα πορτρέτα, όπως και οι μούμιες για τους Αιγυπτίους, είναι η επί γης συνέχεια των γονιών μας, των συγγενών μας, των φίλων μας. και η πολυθρόνα στην οποία συνήθιζε να κάθεται ο πατέρας μας θα έπρεπε να συνεχίσει να τον αντιπροσωπεύει ανάμεσά μας, κατά τρόπο ακίνητο και σιωπηλό, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο σεβάσμιο. και κανείς δεν θα έπρεπε να κάθεται εκεί εκτός από τον πρωτότοκο γιο, αλλά κι αυτός μόνο σε επίσημες περιστάσεις και σε ιερές επετείους.
      Οι δύο δερμάτινες πολυθρόνες είναι ο μπαμπάς και η μαμά τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, ο υφασμάτινος καναπές είναι η θεία Ζηναΐδα σε στάση παρατεταμένης κατάκλισης, τυλιγμένη στην περίφημη ρόμπα της με τα κεντητά λουλούδια. Το μπράτσο της θείας είναι το πλαϊνό μαξιλάρι του καναπέ σε σχήμα χοντροκομμένου λουκάνικου, η κρεμαστή φούντα του λουκάνικου είναι το χέρι της θείας Ζηναΐδας, που ο μικρός Μίνστερ έπρεπε να φιλάει κάθε βράδυ προτού πάει για ύπνο, αφού πρώτα είχε φιλήσει τον πατέρα κύριο Μίνστερ στο γυμνό και κρύο κρανίο του, και τη μητέρα κυρία Μίνστερ στο μάγουλο που μύριζε γερούλι, λόγω του απαρέγκλιτου καταπλάσματος με το οποίο καταπράυνε κάθε τόσο τις αδιάκοπες και βασανιστικές οδοντικές νευραλγίες της. Το χέρι της θείας Ζηναΐδας, πάλι, μύριζε φαινόλη, σημάδι της μικροβιοφοβίας της και του διαρκούς φόβου της μην τυχόν κολλήσει κάτι. Αν δεν φοβόταν μήπως την κοροϊδέψει ο αδελφός της, η θεία Ζηναΐδα θα είχε απαγορεύσει στον ανιψιό της να ακουμπά πάνω στο χέρι της «εκείνο το στόμα που είχε έρθει σε επαφή με ποιος ξέρει τι βρομιές». Αυτός ο υφασμάτινος καναπές παρατείνει την επίγεια ζωή της θείας Ζηναΐδας και δίνει μορφή στην αθανασία της, αλλά είναι απαραίτητο να προσθέσουμε ότι ακόμα και ζωντανή, από τότε που τη θυμόταν ο κύριος Μίνστερ, η θεία Ζηναΐδα ήταν ανέκαθεν άνθρωπος του καναπέ.
      Τούτο το «παιχνίδι των επίπλων» ο κύριος Μίνστερ το επαναλαμβάνει κάθε πρωί, ακούραστα. Ένας ενήλικας πρέπει να αλλάζει συνεχώς τα παιχνίδια του για να διασκεδάζει, ενώ τα παιδιά, καθότι ευνοημένα με μια πιο γενναιόδωρη φαντασία, χαίρονται να επαναλαμβάνουν πάντα το ίδιο παιχνίδι. Ποια τρανότερη απόδειξη ότι, παρά τα σαράντα εννέα του χρόνια, ο κύριος Μίνστερ έχει διατηρήσει την παιδική του ψυχή;