Διήγημα, 95 σσ.:
165γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2026
ISBN 978-618-5855-14-7
Σε μια Ρώμη μετέωρη ανάμεσα στον απόηχο του πολέμου και τη μεταφυσική σιωπή, ο κύριος Μίνστερ, ένας συνηθισμένος αστός με πάθος για την τέχνη, γλιστρά ξαφνικά έξω από τις ράγες της κανονικότητας. Αυτό που ξεκινά ως μια παράλογη υποψία μετατρέπεται σε μια ιλιγγιώδη κάθοδο στο άγνωστο: ο κύριος Μίνστερ νιώθει πως έχει πεθάνει και παρακολουθεί το ίδιο του το σώμα να αποσυντίθεται, ενώ ο νους του παραμένει διαυγής, σχεδόν βασανιστικά ξύπνιος.
Γραμμένο το 1943, κατά την πιο γόνιμη περίοδο του Αλμπέρτο Σαβίνιο, Ο κύριος Μίνστερ είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα διήγημα φαντασίας, είναι μια μεταμορφωμένη αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα και ένας χειμαρρώδης στοχασμός πάνω στις μυστηριώδεις σχέσεις ανάμεσα στην ψυχή και τον θάνατο, το παρελθόν και το μέλλον. Μέσα από μια αλληλουχία γκροτέσκων μεταμορφώσεων και μεταμφιέσεων, ο κεντρικός ήρωας πασχίζει να δραπετεύσει από το κλουβί του σπιτιού του για να καταφύγει στον μύθο, περιπλανώμενος στους δρόμους της Ρώμης.
Με τον Κύριο Μίνστερ, ο Σαβίνιο μάς χαρίζει το χρονικό ενός «θανάτου εν ζωή», μια ακραία εμπειρία όπου η ειρωνεία γίνεται η μόνη πυξίδα στην πλοήγησή του στην άβυσσο.
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, 5+5 βιβλία όχι ακριβώς για διακοπές, “Oanagnostis.gr, 03.08.2026
Καταργώντας τον χρόνο και τον χώρο, υπό την έννοια πως το παρόν και το παρελθόν θα γίνουν ενιαία στη συνείδησή του, ο ήρωας θα αρχίσει βαθμιαία να πεθαίνει,
χάνοντας τα όργανα και τα μέλη του μέχρι να κρατήσει μόνον την ψυχή του.
Είναι προφανές πως ο Σαβίνιο δεν ενδιαφέρεται να γράψει μια φανταστική ιστορία με την παραδοσιακή έννοια. Το ενδιαφέρον του εστιάζεται στη δημιουργία μιας κατάστασης
όπου ο αναγνώστης αναγκάζεται να αμφισβητήσει τις συνηθισμένες κατηγορίες με τις οποίες οργανώνει την πραγματικότητα. Ο θάνατος, η μεταμόρφωση και η αμφιβολία για την ταυτότητα λειτουργούν ως εργαλεία για μια βαθύτερη διερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Με στρωτή και κατανοητή ροή, η νουβέλα αυτή παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα πνευματικό ταξίδι, υπογραμμίζοντας πώς το παράλογο μπορεί να γίνει το πιο διαυγές εργαλείο για την κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Οι δύο δερμάτινες πολυθρόνες είναι ο μπαμπάς και η μαμά τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, ο υφασμάτινος καναπές είναι η θεία Ζηναΐδα σε στάση παρατεταμένης κατάκλισης, τυλιγμένη στην περίφημη ρόμπα της με τα κεντητά λουλούδια. Το μπράτσο της θείας είναι το πλαϊνό μαξιλάρι του καναπέ σε σχήμα χοντροκομμένου λουκάνικου, η κρεμαστή φούντα του λουκάνικου είναι το χέρι της θείας Ζηναΐδας, που ο μικρός Μίνστερ έπρεπε να φιλάει κάθε βράδυ προτού πάει για ύπνο, αφού πρώτα είχε φιλήσει τον πατέρα κύριο Μίνστερ στο γυμνό και κρύο κρανίο του, και τη μητέρα κυρία Μίνστερ στο μάγουλο που μύριζε γερούλι, λόγω του απαρέγκλιτου καταπλάσματος με το οποίο καταπράυνε κάθε τόσο τις αδιάκοπες και βασανιστικές οδοντικές νευραλγίες της. Το χέρι της θείας Ζηναΐδας, πάλι, μύριζε φαινόλη, σημάδι της μικροβιοφοβίας της και του διαρκούς φόβου της μην τυχόν κολλήσει κάτι. Αν δεν φοβόταν μήπως την κοροϊδέψει ο αδελφός της, η θεία Ζηναΐδα θα είχε απαγορεύσει στον ανιψιό της να ακουμπά πάνω στο χέρι της «εκείνο το στόμα που είχε έρθει σε επαφή με ποιος ξέρει τι βρομιές». Αυτός ο υφασμάτινος καναπές παρατείνει την επίγεια ζωή της θείας Ζηναΐδας και δίνει μορφή στην αθανασία της, αλλά είναι απαραίτητο να προσθέσουμε ότι ακόμα και ζωντανή, από τότε που τη θυμόταν ο κύριος Μίνστερ, η θεία Ζηναΐδα ήταν ανέκαθεν άνθρωπος του καναπέ.
Τούτο το «παιχνίδι των επίπλων» ο κύριος Μίνστερ το επαναλαμβάνει κάθε πρωί, ακούραστα. Ένας ενήλικας πρέπει να αλλάζει συνεχώς τα παιχνίδια του για να διασκεδάζει, ενώ τα παιδιά, καθότι ευνοημένα με μια πιο γενναιόδωρη φαντασία, χαίρονται να επαναλαμβάνουν πάντα το ίδιο παιχνίδι. Ποια τρανότερη απόδειξη ότι, παρά τα σαράντα εννέα του χρόνια, ο κύριος Μίνστερ έχει διατηρήσει την παιδική του ψυχή;