test ΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΘΑΝΕΙ
Menu
Your Cart

ΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΘΑΝΕΙ

ΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΘΑΝΕΙ
-10 %
ΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΘΑΝΕΙ

Διήγημα - Νουβέλα, 119 σσ.: 12.50 x 19,70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2022
ISBN 978-618-86331-1-7
12,60€
14,00€
Χωρίς ΦΠΑ: 12,60€

« Ένα απόγευμα που γύρισα νωρίς από τη δουλειά, είδα για πρώτη φορά τον τύπο με το κοστούμι να βγαίνει από την πολυκατοικία μας. Η σιγουριά που είχε στο βλέμμα του τρύπησε το μέτωπό μου και βγήκε από την πίσω μεριά του κεφαλιού μου. Η βαριά του κολόνια απορροφήθηκε με μιας από τις νευρικές απολήξεις της μύτης μου, στάθηκε στον λαιμό μου, με έτσουζε το οινόπνευμα καθώς κατάπινα. Όσο απομακρυνόταν με σταθερό, αργό βηματισμό, πατούσε τα ξερά φύλλα που είχαν σκεπάσει το πεζοδρόμιο, ο ήχος διαπερνούσε το δέρμα μου, εισχωρούσε στο αίμα μου, τινάζονταν οι φλέβες μου, τα βήματά του ρωγμές στα φύλλα, ρωγμές στη συνείδηση». Η ιστορία της Άννας και του Πέτρου μοιάζει με ένα σπίτι· τα πρόσωπα είναι δωμάτια, όχι πάντοτε με πόρτα. Η αφήγηση οδηγεί «τυχαία» από δωμάτιο σε δωμάτιο, αποτυπώνει πλαγίως αλλά στην εντέλεια τις κρυφές γωνιές, όμως δεν μπορείς να πεις με σιγουριά αν το σπίτι χτίζεται ή καταρρέει, τι έχει ή τι δεν έχει πεθάνει.

     Ένα απόγευμα που γύρισα νωρίς από τη δουλειά, είδα για πρώτη φορά τον τύπο με το κοστούμι να βγαίνει από την πολυκατοικία μας. Η σιγουριά που είχε στο βλέμμα του τρύπησε το μέτωπό μου και βγήκε από την πίσω μεριά του κεφαλιού μου. Η βαριά του κολόνια απορροφήθηκε με μιας από τις νευρικές απολήξεις της μύτης μου, στάθηκε στον λαιμό μου, με έτσουζε το οινόπνευμα καθώς κατάπινα. Όσο απομακρυνόταν με σταθερό, αργό βηματισμό, πατούσε τα ξερά φύλλα που είχαν σκεπάσει το πεζοδρόμιο, ο ήχος διαπερνούσε το δέρμα μου, εισχωρούσε στο αίμα μου, τινάζονταν οι φλέβες μου, τα βήματά του ρωγμές στα φύλλα, ρωγμές στη συνείδηση.
      Μέχρι να ανέβει το ασανσέρ στον τέταρτο, πρόλαβα να πάρω τέσσερις βαθιές εισπνοές από τη μύτη, κρατούσα τον αέρα στο διάφραγμα, έπειτα εκπνοές από το στόμα. Αυτά με την πλάτη γυρισμένη στον καθρέφτη, μην τύχει και δω τη φάτσα μου. Τέσσερις όροφοι ήταν αρκετοί για να μπω στο σπίτι χωρίς να τρέμουν τα χέρια μου. Μόλις άνοιξα την πόρτα η μυρωδιά ταυτοποιήθηκε, η κολόνια του ήταν ακόμη στον αέρα, σαν χρησμός άμεσος που δεν χρειάζεται ερμηνεία. Βαριά κολόνια ανακατεμένη με καπνό τσιγάρου. Ασφυξία σε σαλόνι χωρίς οξυγόνο. Ήταν στο μπάνιο, ακουγόταν το νερό που χτυπούσε το σώμα της με όση δύναμη είχε, ακουγόταν κι εκείνη που τραγουδούσε. Πήγα ν’ ανοίξω το παράθυρο αλλά το μετάνιωσα. Δεν ήθελα ο θόρυβος του δρόμου να σκεπάσει τη φωνή της. Έκατσα στον καναπέ να απολαύσω το μουσκεμένο τραγούδι της. Σιγομουρμούριζα το ρεφρέν, της έκανα δεύτερες, κοιτάζοντας τα αποτσίγαρα, ροζ και λευκά χαρτάκια, δυο ειδών αποτσίγαρα, μπηγμένα στο χώμα της χαμηλής μαύρης γλάστρας που έπιανε το μισό τραπεζάκι του σαλονιού.
      Της την είχα κάνει εγώ δώρο τη χαμηλή μαύρη γλάστρα με τους κάκτους, τρεις μέρες αφού τη γνώρισα σ’ εκείνη την εκδήλωση για το δικαίωμα κάποιου σε κάτι, δεν θυμάμαι ακριβώς, σημαντικό πάντως δικαίωμα. Ντυμένη στα κόκκινα, καθόταν στο πεζοδρόμιο, κάπνιζε, έπινε μπύρα και γελούσε δυνατά. Οι περαστικοί κοντοστέκονταν να τη χαζέψουν, όπως χαζεύουμε αυτές τις παπαρούνες που φυτρώνουν στις τρύπες των αρμών, ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου.
      Εκστασιασμένος, έκατσα στο απέναντι πεζοδρόμιο με τα πόδια λυγισμένα, τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα. Ο ιδρώτας έσταζε από τους κροτάφους μου απευθείας στην άσφαλτο. Τα μάτια μου ακολουθούσαν τα τινάγματα του κεφαλιού της, τον αντίχειρά της που έπαιζε με την πέτρα του αναπτήρα, τα δάχτυλα των ποδιών της που χόρευαν στον ρυθμό της μουσικής. Κι ήταν κι εκείνα τα χέρια, που τα κουνούσε σαν μαέστρος, συνοδεύοντας τα λόγια της. Μέχρι που σχόλασε η εκδήλωση και σηκώθηκε να φύγει. Την ακολούθησα σφυρίζοντας, κάνοντας βήματα σχεδόν χορευτικά, σταμάτησε, με κοίταξε, πλησίασα, συστήθηκα, υποκλίθηκα, κουβεντιάσαμε λίγο, ήρθε σπίτι μου, έμεινε τρία χρόνια. Τρία χρόνια ζουν οι κάκτοι που της χάρισα. Τρεις μήνες τους πότισε. Από κει και πέρα φύτευε στο χώμα αποτσίγαρα κι εγώ κάθε βράδυ τα ξερίζωνα και τα πετούσα στα σκουπίδια, παρακαλώντας τη να κόψει το τσιγάρο ή έστω να το ελαττώσει. Εκείνο το απόγευμα που γύρισα νωρίς από τη δουλειά, η γλάστρα είχε δυο ειδών αποτσίγαρα. Είχε για πρώτη φορά γόπες τυλιγμένες με ροζ οικολογικά χαρτάκια. Σημαντική πάντως η οικολογία