test ΑΝΤΙΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
Menu
Your Cart

ΑΝΤΙΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

ΑΝΤΙΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
-10 %
ΑΝΤΙΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΥΒΕΛΕΣ
ΤΖΟΝ ΚΙΙΝ

Διήγημα - Νουβέλα, 460 σσ.: 12.50 x 19,70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2021
ISBN 978-618-84744-6-8
15,75€
17,50€
Χωρίς ΦΠΑ: 15,75€
«…Τα σύντομα ή και μεγαλύτερα ιστοριογενή διηγήματα του Κίιν ποικίλλουν σε φόρμα, είναι ρηξικέλευθα και βαθιά πολιτικά. Είναι ένας ριζοσπαστικός καλλιτέχνης που καταπιάνεται με τα πιο συντηρητικά είδη, ωστόσο κάθε αναζήτηση καινοτομίας στη φετινή παραγωγή μυθοπλασίας των ΗΠΑ θα πρέπει να ξεκινήσει από εδώ».

Christian Lorentzen, Vulture, 22.07.2015


Τα διηγήματα και οι νουβέλες του σύγχρονου Αφροαμερικανού πεζογράφου Τζον Κίιν μάς μεταφέρουν, μεταξύ άλλων, στις ζούγκλες και τα μοναστήρια της Βραζιλίας, στις φυτείες και τις επαναστάσεις των δούλων της αποικιακής Αϊτής, στους εμφυλίους πολέμους των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και στην ιστορία του πρώτου μη ιθαγενή κατοίκου που πάτησε το πόδι του στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Οι Αντιαφηγήσεις προτείνουν διαφορετικές οπτικές γωνίες θέασης της ιστορίας, στη μικρή ή στη μεγάλη της κλίμακα, εμπλουτίζοντας ή αναπροσδιορίζοντας τη σχέση του αναγνώστη με τη (μαύρη) Ιστορία της Βόρειας Αμερικής. Από τη μεταποικιοκρατική ανάγνωση μέχρι την queer λογοτεχνία, οι αφηγηματικοί κώδικες του συγγραφέα είναι κοινοί· η σεξουαλικότητα των χαρακτήρων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ατμόσφαιρας και του ύφους των ιστοριών. Δεν θα ήταν άσκοπο να παρατηρήσουμε πως ο Τζον Κίιν, ανδρωμένος στον ορίζοντα μιας κορυφαίας λογοτεχνικής παράδοσης, της αμερικανικής, εκμεταλλεύεται σε έκταση και σε βάθος τον αφηγηματικό πλουραλισμό της, δίνοντάς μας ένα έργο δουλεμένο στην εντέλεια, με δεξιοτεχνία και διεισδυτικότητα.

      Πήγα και πήρα τον κύριο Έντουαρντ και την τσάντα του, βαριά από τα διάφορα αντικείμενα που περιείχε, και προχωρήσαμε μαζί μέχρι το αερόστατο. Κανείς άλλος δεν ήταν εκεί. Ο ουρανός ήταν γκρίζος σαν γνευσίτης και το μπαλόνι, φουσκωμένο από την προηγουμένη νύχτα, στροβιλιζόταν στον κρύο άνεμο που λυσσομανούσε γύρω μας. Σκέφτηκα να τον ρωτήσω αν θα πετούσε σήμερα, αλλά με πρόλαβε λέγοντας «ο καθηγητής Λόου δεν έχει έρθει ακόμα, μάλιστα» και μετά «ο άνεμος φυσάει προς βορειοανατολικά, βόρεια-βορειοανατολικά ή απλώς είναι νοτιοανατολικός» και μετά «πρέπει να κοιτάξω το αλτίμετρο, το οποίο θα πρέπει να είναι άψογα ρυθμισμένο και να σιγουρευτώ πως τα σύρματα του τηλέγραφου είναι ακόμα συνδεδεμένα». Μου έδωσε το σημειωματάριό του, αλλά δεν πήγε πουθενά. Έμεινε εκεί που ήταν και κοιτούσε το δεμένο δεξί του χέρι, ψαχούλευε τις τσέπες του, σήκωνε το αριστερό χέρι στο πρόσωπό του, ώσπου είπε: «Θίοντορ, έχεις την πίπα και τα γυαλιά μου;» Κούνησα το κεφάλι μου και μετά έψαξα στη γεμάτη τσάντα που είχα φέρει από το δωμάτιό του. Εκείνος κι εγώ είχαμε βάλει πολλά πράγματα, αλλά ούτε η πίπα ούτε τα γυαλιά ήταν μέσα. «Κύριε Έντουαρντ, μπορώ να πάω πίσω και να τα βρω», είπα και ξεκίνησα προς τη σκηνή του, αλλά με σταμάτησε με το υγιές του χέρι και είπε, «δεν έχεις μπει ποτέ σε αερόστατο, γιατί δεν πας να δεις αν το αλτίμετρο είναι στερεωμένο, η κεντρική βαλβίδα σφιχτή και τα τηλεγραφικά καλώδια συνδεδεμένα»; Έμεινα ακίνητος και τον κοίταζα, αφού όσα είχε πει δεν έβγαζαν νόημα, δεν επιτρεπόταν ούτε να πλησιάσω τα καλάθια, αλλά εκείνος συνέχισε, «ξέρεις ακριβώς πώς μοιάζουν». Φυσικά και υπήρξαν πολλές φορές που ήθελα να μπω στο καλάθι ενός αερόστατου, είχα μάλιστα σκεφτεί να κρυφτώ εκεί μέσα την πρώτη φορά που ήταν να πετάξει ο κύριος Έντουαρντ, από την άλλη όμως, ήξερα πως απαγορευόταν. Ούτε καν οι περισσότεροι λευκοί δεν είχαν το ελεύθερο να πατήσουν πόδι στο καλάθι και σίγουρα εγώ και ο Γιουλίσις δεν είχαμε πάρει τέτοια άδεια.
      Ποτέ μου δεν τον είχα αψηφήσει, αλλά είπα, «κύριε Έντουαρντ, νομίζω πως δεν μου επιτρέπεται να πλησιάζω το καλάθι, ο καθηγητής Λόου συγκεκριμένα μπορεί να νευριάσει πολύ. Με χαρά μου να πάω να φέρω την πίπα και τα γυαλιά σας». Με καθησύχασε «Νέντι – και ο καθηγητής Λόου δεν θα έχει πρόβλημα να μπεις εκεί μέσα για ένα ή δύο δευτερόλεπτα. Πραγματικά, Θίοντορ, θα επιστρέψω αμέσως, νομίζω ξέρω πού τα άφησα». Ένευσα με το κεφάλι, αλλά και πάλι δίσταζα, οπότε άρχισα να λέω, «κύριε Έντουαρντ, μπορώ να περιμένω μέχρι να επιστρέψετε», αλλά αντί γι’ αυτό, καθώς τον παρακολουθούσα να βαδίζει στη σκηνή του, έκανα αργά μα σταθερά βήματα προς το καλάθι και ανέβηκα. Άφησα κάτω την τσάντα, έλεγξα το αλτίμετρο, το οποίο ήταν δεμένο γερά, και τη βαλβίδα, σφιχτή σαν γροθιά, αλλά όταν έσκυψα να κοιτάξω το τηλεγραφικό σύρμα σκόνταψα και έπεσα στο τοίχωμα του καλαθιού—
      —Ενώ με την άκρη του ματιού μου βλέπω κάποιον, έναν λευκό, να πετάγεται πίσω από μια καλύβα προς τα κει που συναρμολογούνταν τα υπόλοιπα αερόστατα και νιώθω μια περίεργη αίσθηση σαν να κουνιέται το έδαφος, και λες και ο χρόνος πάει πιο αργά, βλέπω τον κύριο Έντουαρντ, γυαλιά στα μάτια, πίπα στο στόμα, να προχωράει προς το μέρος μου, να τρέχει μα να μην τρέχει, αλλά ταυτόχρονα ν’ απομακρύνεται καθώς φωνάζει «Θεέ μου, όχι, Θίοντορ» και η ενστικτώδης αντίδρασή μου, αφού συνειδητοποιώ πως δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει, είναι να ουρλιάξω καθώς το καλάθι πετάγεται προς τα πάνω κι αριστερά, μετά δεξιά, τα σαγόνια μου ν’ ανοίγουν απότομα, τα μάτια μου καρφωμένα στο χλωμό σχήμα και το περίπλοκο περίβλημα της τεράστιας μεταξένιας σφαίρας από πάνω μου, θέλω να του φωνάξω κι εγώ, να φωνάξω σ’ όποιον βρίσκεται κοντά ότι είμαι στον αέρα, ότι πετάω, θέλω να κραυγάσω έστω και στον εαυτό μου πως δεν είναι καθόλου όπως το είχα φανταστεί, πως το βάρος μου σιγά σιγά εκμηδενίζεται, πως η βαρύτητα γυρίζει ανάποδα, ο χρόνος επιβραδύνει και σταματά, πως το στομάχι μου δένεται μικρούς κόμπους που τινάζονται στον λαιμό μου και ο κύριος Έντουαρντ, τον ακούω καθαρά τώρα, φωνάζει, «ποιος έκοψε τα καλώδια; Ω ουρανοί, κάποιος έκοψε τα καλώδια, Θίοντορ—»
      —Και νιώθω κάτι να τινάζει ένα από τα καλώδια και κοιτάζω από την άκρη και τον βλέπω να προσπαθεί να το κρατήσει με το χτυπημένο του χέρι κι έρχονται τώρα και ο καθηγητής Λόου και ο Γιουλίσις και ο κύριος Στάινερ και ο κύριος Σταρκουέδερ και ο Πάτρικ, σχεδόν όλοι, πηδάνε να πιάσουν τα σχοινιά και ο Γιουλίσις φωνάζει, «πήδα, Ρεντ, θα σε πιάσω, αδερφέ μου, πήδα» και ο κύριος Έντουαρντ ουρλιάζει, «όχι, Θίοντορ, δέσου μέσα στο καλάθι και μη στέκεσαι πολύ κοντά στην άκρη». Κι εγώ σκέφτομαι μέσα μου, να πώς είναι να πετάς, πετάω, ο άνεμος σιγομουρμουρίζει στην επιφάνεια του μπαλονιού και του καλαθιού, κι εγώ παρατηρώ για πρώτη φορά δίπλα μου ένα μεταλλικό φλασκί που μπορεί να είναι άδειο, μπορεί και όχι, δύο λευκές σημαίες, συνδεδεμένες σε μεταλλικούς ιστούς μήκους όσου και ο πήχης μου, δεμένους με κηρωμένο σπάγκο, αλλά κι ένα σχοινί που κατεβαίνει από τη βαλβίδα στην κλειστή τρύπα του μπαλονιού κι εγώ κρατιέμαι από μια κουλούρα σχοινί και σύρμα που ήταν αφημένη στα άλλα τοιχώματα του καλαθιού και θυμάμαι να δεθώ σ’ έναν γάντζο στον πάτο και θυμάμαι ακόμα να ελέγχω το αλτίμετρο και τον τηλεγραφικό πομπό και ν’ αρπάξω από την τσάντα το σημειωματάριο του κυρίου Έντουαρντ, αν και θυμάμαι ουσιαστικά τα πάντα που έχει πει για την αεροναυτική και τα αερόστατα και τις πτήσεις από τότε που φτάσαμε εδώ—
      —Ενώ γύρω μου ο ουρανός εναλλάσσεται από το ασήμι στο φίλντισι και από κάτω το άκαμπτο πλέγμα της ομοσπονδιακής πρωτεύουσας, να το περιτριγυρίζει από κάθε πλευρά η πράσινη εξοχή, οι λόφοι και τα λιβάδια, οι φάρμες και οι αγροικίες, οι στροφές του ωχρού ποταμού, κάποιες στη Βιρτζίνια, άλλες στο Μέριλαντ, από τη μια κατευθείαν προς την Πενσιλβάνια και από την άλλη προς τις Καρολίνες, από τη μια προς τον Ατλαντικό Ωκεανό και από την άλλη προς τον Μπουλ Ραν και τα όρη Μπλου Ριτζ, και ίσα που ακούω τον κύριο Έντουαρντ, τον Γιουλίσις και τους άλλους να με φωνάζουν, οι φωνές τους να γίνονται όλο και πιο μακρινές, «Θίοντορ, Θίοντορ» κι εγώ κάθομαι στο κέντρο του καλαθιού καθώς το κρύο δυναμώνει, γνωρίζοντας ότι δεν είμαι δεμένος πουθενά, το καλάθι κι εγώ πετάμε ελεύθερα, παρασυρόμαστε, αιωρούμαστε—
      —Στέκομαι, λοιπόν, και θυμάμαι, βλέπω εκεί έξω όλα τα οχυρά και τα στρατόπεδα και τα στρατεύματα μαζεμένα σαν καρκινώματα κατά μήκος των ποταμών, τις επάλξεις και τα κανόνια να θωρακίζουν τους λόφους, τα έργα να πετάγονται σαν δόντια από την άκρη των φυλλωμάτων, τον φρικτό κίνδυνο να έρπει σαν φίδι ανάμεσα στους αλλεπάλληλους καφέ και πράσινους λόφους κι εγώ νιώθω κάτι, όχι ακριβώς φόβο κι όχι ακριβώς έξαψη, δεν μπορώ να τ’ ονομάσω, προσπαθώ να το προφέρω μα δεν μπορώ, βάζω το χέρι μου στον σπάγκο της βαλβίδας, και μετά απλώνω το χέρι να δω ότι τα σακιά με την άμμο είναι στη θέση τους, ελέγχω το χειμερινό παλτό μου κι αισθάνομαι όχι μόνο ότι τα έγγραφα και το ρολόι μου είναι στη θέση τους, αλλά κι η καρδιά μου, και τότε ο λαιμός μου χαλαρώνει επιτέλους σαν κάτι, ένας ήχος, να πρόκειται να βγει και να πει μαμά και Τζόναθαν και Χοράτιο και Νέντι και Γιουλίσις και Νίμροντ και μπαμπά Ζινόμπια Ζεφίρα Λούσιους καθηγητά Λόου πρόεδρε Λίνκολν, Χάνσομ, κάποιος, βοηθεια, αλλά μόνο το αέριο ακούγεται συριστικά κατά την άνοδο καθώς τραβάω τον σπάγκο, καθώς ανοίγω το στόμα μου ακόμα πιο πλατιά και θυμάμαι να βγάλω ένα
      
Ετικέτες: ΑΝΤΙΑΦΗΓΗΣΕΙΣ